Οι απεργίες πείνας της ΡΑΦ (1973-1974)

1540535
από Α Μάρτιος 7, 2015, 8:33 πμ.,

________________________________________
Το ζήτημα των “λευκών κελιών” στη Δυτική Γερμανία
Η περίπτωση της οργάνωσης ΡΑΦ (“Μπάαντερ-Μάινχοφ”) στη Γερμανία, παρά το μικρό αριθμητικό της μέγεθος, απασχόλησε έντονα τις γερμανικές αρχές, θεωρώντας την ως μία παραδειγματική και πρωτοφανή ρωγμή στο καθεστώς της αέναης μεταπολεμικής νομιμοφροσύνης του πληθυσμού 2.
H δράση της παράνομης ΡΑΦ γνώρισε μία κλιμάκωση την άνοιξη του 1972. Στο πλαίσιο της υποστήριξης του αγώνα των Βιετκόνγκ, η ΡΑΦ χτύπησε με εκρηκτικούς μηχανισμούς το αμερικάνικο διοικητήριο στη Χαϊδελβέργη και σειρά άλλων κρατικών στόχων της ΟΔΓ, οι οποίοι συνδέονταν με τη γερμανική συνδρομή στις εμπόλεμες με το Βόρειο Βιετνάμ ΗΠΑ. Η εκτελεστική εξουσία έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα την εξάρθρωση της ΡΑΦ. Χάρη στις μεθόδους του οξυδερκούς διευθυντή του ΒΚΑ (γερμ. FBI) Χορστ Χέρολντ, ως τις αρχές του Ιουλίου 1972 είχαν συλληφθεί οι “τέσσερις”, τα ηγετικά στελέχη της ΡΑΦ( Αντρέας Μπάαντερ, Ούλρικε Μάινχοφ, Γκούντρουν Ένσσλιν, Γιάν-Καρλ Ράσπε ) καθώς και πλήθος (δεκάδες) μελών της.
Αμέσως μετά τη σύλληψη, οι υπόδικοι “τέσσερις” αλλά και άλλα στελέχη της ΡΑΦ-όπως π.χ. η Άστριντ Προλλ- τοποθετήθηκαν στα περίφημα “λευκά κελιά” ή “νεκρούς θαλάμους” (“Toter Trakt”). Εκτός από τους περιορισμούς στο επισκεπτήριο ή στην επαφή με τους συνηγόρους (καθεστώς μειονεκτικότερο από τους “κοινούς” κρατούμενους ) βασική ιδιότητα των ίδιων των “λευκών κελιών” ήταν η αισθητηριακή αποστέρηση (“sensorische Deprivation”). Αυτό σήμαινε ότι τα κελιά ήταν βαμμένα σε χρώμα λευκό, ομοιόμορφα και ότι δεν υπήρχε στο εσωτερικό τους τίποτε που να μπορεί να προσελκύσει χρωματικά την αίσθηση της όρασης. Επίσης, ήταν απολύτως μονωμένα ακουστικά. Η επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον ή γινόταν μέσα από ένα μικρό φινιστρίνι ή δεν υπήρχε καθόλου. Όλη την ημέρα υπήρχε φως από νέον μέσα στο κελί. Έτσι, η χρήση των αισθήσεων καθίστατο αδύνατη. Λευκά κελιά λειτούργησαν ιδίως στις φυλακές της Κολωνίας-Όσσενντορφ και του Αμβούργου.
Τα “λευκά κελιά” συστάθηκαν, όπως έγινε αργότερα γνωστό, με βάση τα πορίσματα της ψυχιατρικής έρευνας SFB (Ειδικό Πεδίο Έρευνας) 115 του Πανεπιστημίου υπό την εποπτεία του ψυχιάτρου Γιαν Γκρος (φυγάδα από την Τσεχοσλοβακία) και με χρηματοδότηση και συνεργασία των ΗΠΑ. Αντικείμενο αυτής της έρευνας ήταν ο χειρισμός καταδίκων, αποστερημένων κατά την κράτησή τους από αισθητηριακά ερεθίσματα, με σκοπό την κοινωνική τους επανένταξη.
Όπως γινόταν δεκτό και από τους επίσημους ψυχιάτρους/πραγματογνώμονες (π.χ. από τους ψυχιάτρους Χενκ, Μέντε κ.α. στη δίκη του Σταμμχάιμ), η μακροχρόνια παραμονή στα ειδικά κελιά δημιουργούσε όντως σημαντικές ψυχικές βλάβες στους κρατούμενους. Οι κρατούμενοι, από την πρώτη στιγμή ισχυρίσθηκαν ότι η ειδική κράτηση αποσκοπούσε στην ψυχική και φυσική τους εξόντωση. Η Μάινχοφ πολύ εμπεριστατωμένα και με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περιέγραψε μία κατάσταση νοσηρού εκφυλισμού του ανθρώπινου ψυχισμού μέσα σε αυτές τις συνθήκες της φυλακής Κολωνία-Όσσενντορφ (π.χ. “κάθε μέρα αισθάνομαι ότι ταξιδεύω μαζί με το κελί μου” ).
Οι κρατούμενοι αρκετά νωρίς υποστήριξαν ότι η τακτική των ειδικών κελιών είναι πολιτική και άρα δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με νομικά μέσα παρά μόνο με πολιτικά. Στράφηκαν λοιπόν προς τη δημοσιότητα δια των συνηγόρων τους και ζήτησαν την αλληλεγγύη των ριζοσπαστικών μερίδων της κοινωνίας για την κατάργηση των ειδικών κελιών και των ειδικών συνθηκών κράτησης 3. Ιδρύθηκε το 1973 η ” Επιτροπή κατά των Βασανιστηρίων”, όπου συμμετείχε κυρίως το δυναμικό μέρος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (αν και όχι το ΓΚΚ που θεωρούσε την ΡΑΦ “προβοκατόρικη”): η ανάλυση της Επιτροπής μιλούσε για πολιτικούς κρατούμενους, τους οποίους η εξουσία φιλοδοξεί να εξουθενώσει και να τους οδηγήσει-όσους αντέξουν- μετά από μακρά κράτηση σε μία δίκη και καταδίκη ανήμπορους να υπερασπισθούν τον εαυτό τους 4. Η Επιτροπή δημιούργησε ένα δίκτυο αλληλεγγύης και συμπαράστασης στους κρατούμενους (“Κόκκινη Βοήθεια”). Η συνεχής ριζοσπαστικοποίηση αυτού του δικτύου οδήγησε πολλά από τα μέλη του να περάσουν -και λόγω της αστυνομικής καταπίεσης- στην παρανομία και στην ένοπλη πάλη, όπως π.χ. ο συνήγορος Λανγκ.
Η πρώτη απεργία πείνας από σαράντα κρατούμενους της ΡΑΦ σε διάφορες φυλακές ξεκίνησε τον Γενάρη του 1973 και διήρκεσε περίπου τριάντα πέντε ημέρες. Στο διάστημα αυτό δεν ανέκυψε ζήτημα υποχρεωτικής σίτισης ή κινδύνου ζωής. Είναι σημαντικό ότι στην απεργία αυτήν συμμετείχαν συμβολικά και επτά συνήγοροι της ΡΑΦ, ντυμένοι με τις τηβέννους τους, έξω από τον γερμανικό Άρειο Πάγο (BGH). Η απεργία αυτή δεν είχε άμεσο αποτέλεσμα, καθώς η δικαστική και η εκτελεστική εξουσία, έχοντας πίσω τους και πολύ μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης στάθηκαν απολύτως αδιάλλακτες: πρυτάνευε η “ασφάλεια”, ιδίως η ασφάλεια των υποψήφιων θυμάτων της τρομοκρατίας.
Ο Ανώτατος Εισαγγελέας της ΟΔΓ διαβεβαίωνε την κοινή γνώμη ότι οι κρατούμενοι της ΡΑΦ κατηγορούνται για κοινά και όχι για πολιτικά εγκλήματα και ότι η επαφή τους με τους συνηγόρους και συγγενείς τους παρέμενε όχι απλώς ικανοποιητική αλλά “γενναιόδωρη”.
Δεύτερη και τρίτη απεργία των πολιτικών κρατουμένων
Τον Μάιο του 1973 ξεκίνησε από ογδόντα ειδικά κρατουμένους η δεύτερη απεργία πείνας στις αντίστοιχες φυλακές 5. Πέντε μέρες μετά την έναρξη της απεργίας, οι αρχές των φυλακών πήραν μέτρα για την διακοπή της: επέβαλαν στον Αντρέας Μπάαντερ, κρατούμενο στο κρατίδιο της Έσσης και θεωρούμενο ως φυσικό ηγέτη της ΡΑΦ και της συγκεκριμένης απεργίας υποχρεωτική σίτιση. Του προσάρμοσαν δια της βίας έναν σωλήνα στον οισοφάγο με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και την αιμορραγία του. Ταυτοχρόνως, το αρμόδιο Συμβούλιο Φυλακών αποφάσισε την ίδια μέρα την διακοπή της χορήγησης πόσιμου νερού στον Μπάαντερ, με το σκεπτικό ότι η αδυναμία πλέον του σώματος από την στέρηση του νερού θα τον οδηγούσε στην διακοπή της απεργίας πείνας.
Ο δικηγόρος του Μπάαντερ κατέθεσε μήνυση κατά του γιατρού των φυλακών για κακομεταχείριση του Μπάαντερ ( προσβολή της ανθρώπινης αξίας του), ενώ υποστήριξε ότι η με πρόθεση αφαίρεση του νερού σήμαινε απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο. Μετά από οχτώ μέρες αφαίρεσης του νερού ο Μπάαντερ υποχρεώθηκε λόγω σοβαρών σωματικών ενοχλήσεων να διακόψει την απεργία πείνας. Η όλη απεργία διακόπηκε στα τέλη Ιουνίου 1973 ( περίπου ένα και μισό μήνα από την αρχή της) με πενιχρά αποτελέσματα: μόνο για δύο από τους κρατούμενους αποφασίσθηκε η μεταφορά τους σε κανονικά κελιά.
Σχετικά με τη δεύτερη απεργία της ΡΑΦ, είναι αξιοσημείωτη μία δικαστική απόφαση που ελήφθη για την υπαγωγή του κρατουμένου Μπέρναρντ Μπράουν στο καθεστώς μη χορήγησης νερού: το δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για μία επέμβαση στην σωματική ακεραιότητα του κρατουμένου βάσει νόμου και τηρώντας το κριτήριο της αναλογικότητας. Το μέτρο, ασκούμενο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και εφ’ όσον δεν επέφερε ήδη σωματικές βλάβες, ήταν πρόσφορο και αναγκαίο για να υποχρεώσει τον κρατούμενο να διακόψει την -βλαπτική για τον ίδιο αλλά και για την τάξη των φυλακών – απεργία πείνας. Άρα, ήταν, τελικά, προς όφελός του. Είναι εμφανής η λογική του κρατικού πατερναλισμού και του κρατουμένου ως μέσου για την επίτευξη κρατικών σκοπών σ’ αυτήν την απόφαση (Πρωτοδικείο Μονάχου, 5-6-1973, Bakker Schut, σελ. 102).
Η τρίτη απεργία της ΡΑΦ ξεκίνησε στις 10 Σεπτεμβρίου 1974, λίγους μήνες προτού ξεκινήσει η δίκη του Σταμμχάιμ. Η Ούλρικε Μάινχοφ έδωσε, τρεις μέρες μετά, μία δημόσια ανακοίνωση για τον σκοπό της απεργίας σαράντα κρατουμένων της ΡΑΦ με σκοπό “την κατάργηση της ειδικής μεταχείρισης των πολιτικών κρατουμένων και της ειδικής μορφής κράτησής τους ως μορφής εξόντωσής τους….”.
Η τρίτη απεργία σημαδεύτηκε από τον θάνατο του Χόλγκερ Μάινς, στις 9 Νοεμβρίου 1974.Ο Χόλγκερ Μάινς ήταν σημαντικό στέλεχος της ΡΑΦ και δούλευε ως σκηνοθέτης προτού περάσει στην παρανομία. Η ιατρική υπηρεσία των φυλακών του Βίττλιχ υπέβαλε από τις αρχές Οκτωβρίου του ’74 τον Μάινς σε υποχρεωτική σίτιση. Το καθεστώς σίτισης και κράτησης του Μάινς επιβλέπονταν στο Εφετείο της Στουτγάρδης από τον Πρόεδρο Εφετών Πρίντσινγκ, ένα πρόσωπο που στη συνέχεια θα πρωταγωνιστούσε στη δίκη του Σταμμχάιμ ως Πρόεδρός της.
Οι συνήγοροι του Μάινς (Κρουασάν και Χάαγκ) από νωρίς επεσήμαναν ότι η υποχρεωτική σίτιση προκαλεί και λόγω της αντίστασης του κρατουμένου βλάβες στην υγεία του αλλά και υποσίτισή του στην πραγματικότητα και ότι τον οδηγεί βαθμιαία στο θάνατο. Ζήτησαν δε την παρακολούθησή του και από προσωπικούς του γιατρούς. Ο Πρίντσινγκ υπεραμύνθηκε της υποχρεωτικής σίτισης και απέρριψε όλα τα σχετικά αιτήματα. Τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου 1974 ο Μάινς είχε φτάσει να παίρνει 400 θερμίδες ημερησίως. Ο Πρίντσινγκ αρνήθηκε ακόμη και αυτό το αίτημα μεταφοράς του Μάινς σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Μετά από 50 μέρες περίπου απεργίας πείνας και υποχρεωτικής (υπο)σίτισης, ο Μάινς πέθανε. Οι συνήγοροι κατέθεσαν μήνυση κατά του Πρίντσινγκ.
Η δραματική κλιμάκωση της τρίτης απεργίας και η έντονη πλέον δυσφορία της διεθνούς κοινής γνώμης για τις συνθήκες κράτησης στις γερμανικές φυλακές 6οδήγησε στην μεταφορά σχεδόν όλων των κρατουμένων στις αρχές του 1975 σε κανονικά κελιά.
Την ίδια στιγμή όμως, η γερμανική εξουσία προώθησε αντισταθμιστικά άλλα μέτρα για την αποδυνάμωση της υπεράσπισης αυτών των κατηγορουμένων. Με την τροποποίηση της Ποινικής Δικονομίας του 12.1974 α) απαγορευόταν η πολλαπλή υπεράσπιση περισσοτέρων κατηγορουμένων της ίδιας δίκης από έναν δικηγόρο β)απαγορευόταν να διαθέτει ένας κατηγορούμενος πάνω από τρεις συνηγόρους και ιδίως γ) επιτρεπόταν ο με απόφαση του Εφετείου αποκλεισμός συνηγόρου, για τον οποίο υπήρχαν ” σοβαρές υποψίες” υποβοήθησης του έργου της τρομοκρατικής οργάνωσης. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση απέκρουε μετά βδελυγμίας τον ισχυρισμό ότι τα μέτρα αυτά αφορούσαν την επικείμενη δίκη του Σταμμχάιμ. Είχαν, υποτίθεται, “γενικό” και “αφηρημένο” χαρακτήρα.
Σημειώσεις
1.Έτσι, το 1974, ο Υπουργός Εσωτερικών της Δυτικής Γερμανίας Χ. Μαιχόφερ ανακοίνωνε ότι βρέθηκαν κωδικοποιημένα μηνύματα που στέλνονταν μεταξύ των κρατουμένων αλλά και προς την έξω οργάνωση μετά από έρευνα σε γραφεία συνηγόρων. Στους συγκεκριμένους συνηγόρους (Groenewold, Stroebele, κ.α. ) ασκήθηκε ποινική δίωξη για υποστήριξη της δράσης εγκληματικής οργάνωσης και αποκλείσθηκαν από την υπεράσπιση των μελών της ΡΑΦ.
2. Βλ. ενδεικτικά σε P.Brueckner ” Ulrike Meinhof und die deutschen Verhaeltnisse”, 1977, M.Krebs ” Ulrike Meinhof, ein Leben im Widerspruch”, S.Aust ” Der Baader Meinhof Komplex”, κ.α.
3.Βλ. λεπτομερειακή περιγραφή σε P.Bakker Schut “Stammheim”, Malik Verlag, 1986, σελ.. 75 -100.
4. Πράγματι, η κεντρική δίκη της ΡΑΦ, η δίκη του Σταμμχάιμ, άρχισε τρία χρόνια μετά τη σύλληψη (Μάιος 1975) και διήρκεσε δύο χρόνια (ως το καλοκαίρι του 1977) μέσα σ’ ένα κτίριο, πραγματικό φρούριο.
5. Σε Bakker Schut οπ.π. σελ. 101 επ.
6. Στο Διεθνές Συνέδριο Νομικών της Γενεύης τον Δεκέμβριο του 1974 η ΟΔΓ αναφερόταν ως μία χώρα με πολύ μικρό σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα των κρατουμένων κοντά στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι απεργίες πείνας της ΡΑΦ ανέδειξαν σοβαρά αυτό το ζήτημα στην διεθνή δημοσιότητα.

This entry was posted in R.A.F and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *