Ενημέρωση απο το εφετείο για τους 22 συλληφθέντες απο την κατάληψη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης(26/9/16)

https://athens.indymedia.org/post/1592830/

από Σύντροφοι -ισσες

07/11/2018 7:16 μμ.

Το επόμενο δικαστήριο ορίστηκε στις 22 Νοεμβρίου 2018 στον 2ο όροφο του εφετείου (Λουκάρεως) στην αίθουσα Δ80Α

Το δικαστήριο για τους 22 συλληφθέντες απο την κατάληψη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης(26/9/2016) που έγινε ως ένδειξη αλληλεγγύης στον αγώνα των κρατουμένων στις αμερικάνικες φυλακές διέκοψε λόγω στάσης εργασίας. Το επόμενο δικαστήριο ορίστηκε στις 22 Νοεμβρίου 2018 στον 2ο όροφο του εφετείου(Λουκάρεως) στην αίθουσα Δ80Α. Να υπενθυμίσουμε πως οι πρωτόδικες ποινές που είχαν επιβληθεί ήταν 13 μήνες με τριετή αναστολή και αφορούσαν τις κατηγορίες της παράνομης κατακράτησης και για ψευδή ανώμοτη κατάθεση λόγω της συλλογικής άρνησης των συντρόφων-ισσων να δώσουν βιομετρικά στοιχεία.

Την Δευτέρα 12 Νοεμβρίου στις 5 μ.μ καλούμε τους συντρόφους-ισσες που διωκόμαστε για τη συγκεκριμένη υπόθεση σε συνέλευση στο Πολυτεχνείο κτίριο Γκίνη για να συζητήσουμε διαδικαστικά ζητήματα.

Ακολουθεί η πολιτική δήλωση των 22 συλληφθέντων της κατάληψης:

Πολιτική δήλωση στο δικαστήριο των 22 συλληφθέντων

από την κατάληψη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (26/9/16)

Σήμερα στις Η.Π.Α. βρίσκονται 2,5 εκατομμύρια έγκλειστοι σε κρατικές και ιδιωτικές φυλακές, οι οποίες στηρίζουν την λειτουργία τους στην εκμετάλλευση της απλήρωτης ή της ισχνά αμειβόμενης εργασίας των κρατουμένων. Η αστική δημοκρατία φυλακίζει πρώτα απ’ όλα τους ταξικά καταπιεσμένους. Στην Αμερική η δουλεία των καταπιεσμένων δεν καταργήθηκε ποτέ. Το αμερικάνικο σύνταγμα αναφέρει : «Ούτε δουλεία, ούτε ακούσια υποδούλωση, μπορεί να υπάρχει, εντός των Η.Π.Α., ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΗΣ της περίπτωσης τιμωρίας για εγκλήματα, που οι εναγόμενοι έχουν καταδικαστεί.» Με αυτή τη τακτική, οι κεφαλαιοκράτες έχουν διασφαλίσει την συνέχιση της σκλαβιάς εντός των τειχών για όφελος πολυεθνικών , της στρατιωτικής βιομηχανίας κ.α.

Στις 9 Σεπτέμβρη, οι κρατούμενοι/ες στις αμερικάνικες φυλακές ξεκίνησαν μαζική απεργία από την εργασία, αποφασισμένοι να δώσουν ένα τέλος στο καθεστώς σκλαβιάς. Στις 3 εβδομάδες που μετράει η κινητοποίηση εντεινόμενης αντίστασης μέσα και έξω απ’ τις φυλακές, χιλιάδες κρατούμενοι σε 40 φυλακές σε όλη τη χώρα συμμετέχουν σε αποχή από τα μεροκάματα, απεργίες πείνας, αποχές από τα συσσίτια, εξεγέρσεις, καταστροφές κ.α. Το κράτος σε αυτό το διάστημα έχει απαντήσει με όξυνση της καταστολής, με τιμωρητικές μεταγωγές και απομονώσεις κρατουμένων, βασανιστήρια αλλά και με απειλές εναντίον των οικογενειών τους.

Εμείς στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγώνα των κρατουμένων ενάντια στην σκλαβιά, καθώς τον αντιλαμβανόμαστε σαν κομμάτι του συνολικότερου αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Για το λόγο αυτό, το πρωί της 26ης Σεπτέμβρη, προβήκαμε σε κατάληψη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης, με σκοπό να μπλοκάρουμε την ομαλή λειτουργία του ιδρύματος, το οποίο είναι φορέας αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Η κίνησή αυτή συντέλεσε στην σύλληψή μας από τους ένστολούς φρουρούς του κράτους.

Κατηγορούμαστε για διατάραξη οικιακής ειρήνης. Όχι μόνο δεν αναγνωρίζουμε καμία ειρήνη, καθώς βρισκόμαστε σε συνεχή πόλεμο με κράτος, κεφάλαιο και δικαστική εξουσία, αλλά ακόμα περισσότερο επιδιώκουμε τη διάρρηξη της κοινωνικής ειρήνης, που προσπαθείτε να επιβάλλετε . Βιώνουμε τον ταξικό πόλεμο καθημερινά. Η κοινωνική σας ειρήνη είναι μια απάτη, που επικαλείστε για να αποκρύψετε την κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η κοινωνική σας ειρήνη θέλει να επιβάλλει τη σιωπή. Με την παρέμβασή μας στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση επιχειρήσαμε να σπάσουμε την σιωπή, αναδεικνύοντας την μαζικότερη κινητοποίηση στην ιστορία των αμερικάνικων φυλακών.

Όπως δηλώσαμε και στην ΓΑΔΑ, έτσι κι εδώ δηλώνουμε, ότι ως αναρχικοί δεν συνεργαζόμαστε με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Πολύ δε περισσότερο, δεν συναινούμε στο φακέλωμά μας και γι’ αυτό το λόγο αρνηθήκαμε να δώσουμε αποτυπώματα κι φωτογραφίες.

Σε σχέση με την κατηγορία της παράνομης κατακράτησης, στόχος μας ήταν να παρακωλύσουμε τις διαδικασίες της ένωσης, μη επιτρέποντας την είσοδο σε κανέναν. Αντιστρέφοντας λοιπόν την κατηγορία : «Εσείς είστε που κρατάτε σε ομηρία τους καταπιεσμένους, με το ρόλο που έχετε αναλάβει, υπηρετώντας τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης.»

Οι διώξεις μας δυναμώνουν ακόμα περισσότερο τον αγώνα ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο και την κυριαρχία

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι επιτακτική ανάγκη η αλληλεγγύη μας να έχει στόχο την όξυνση του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

ΑΛΛΗΛΕΓΥΗ ΣΤΟΝ «ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ»

ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΗΠΑ

Συνέλευση Αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους, τους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές

Σύντροφοι-Συντρόφισσες

 

Posted in 22 ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 26-9-2016, ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ | Leave a comment

Κάλεσμα αλληλεγγύης στο εφετείο για τους 22 συλληφθέντες από την κατάληψη της Ελληνομαερικάνικης Ένωσης (26/9/16)

https://athens.indymedia.org/post/1592795/

από Κατάληψη GARE

06/11/2018 3:46 μμ.

Αύριο 7 Νοέμβρη 2018 δικάζονται σε δεύτερο βαθμό οι 22 συλληφθέντες από την κατάληψη στην ελληνοαμερικανικη ένωση το Σεπτέμβρη του ’16. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ Τετάρτη & Νοέμβρη, ώρα 9 πμ. στο Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημ/των, (Λουκάρεως), 2ος όροφος

Αύριο 7 Νοέμβρη 2018 δικάζονται σε δεύτερο βαθμό οι 22 συλληφθέντες από την κατάληψη στην ελληνοαμερικανικη ένωση το Σεπτέμβρη του ’16. Η κατάληψη είχε πραγματοποιήθεί ως κίνηση αλληλεγγύης στον μαζικό αγώνα των κρατουμένων στις αμερικάνικες φυλακές ενάντια στη σκλαβιά και ήταν μία από πολλές δράσεις αλληλεγγύης που είχαν γίνει τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και διεθνώς.

Ο αγώνας των κρατουμένων στις αμερικάνικες φυλακές συνεχίζεται μέχρι και σήμερα παρά τη βάναυση καταστολή που εξαπολύει το κράτος εκδικητικά. Πολλοί από τους φυλακισμένους οργανωτές των μαζικών κινητοποιήσεων βρίσκονται ακόμη και σημερα σε πολύμηνη απομόνωση. Κλείσιμο (lock downs) φυλακών, αυθαίρετη αναστολή των επισκεπτηρίων, μεταγωγές κ.α. είναι οι συνήθεις πρακτικές τιμωρίας για όσους τολμούν να αντισταθούν μέσα στα κάτεργα. Το καλοκαιρι του ’18 κρατούμενοι σε φυλακές σε όλη την αμερικανική επικράτεια κύρηξαν  απεργία με αφορμή τη σφαγή 7 κρατουμένων σε σύρραξη σε φυλακή της Ν. Καρολίνα. Τα αιτήματά τους μεταξύ άλλων, τέλος στην καταναγκαστική απλήρωτη εργασία, τέλος στις απάνθρωπες συνθήκες (στέρηση προαυλισμού, τροφής, συνωστισμός), κατάργηση ρατσιστικών διατάξεων και άμεση αποσυμφόρηση.

ΝΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ

Ακολουθεί το κείμενο των 22 συλληφθέντων της κατάληψης:

Πολιτική δήλωση στο δικαστήριο των 22 συλληφθέντων

από την κατάληψη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (26/9/16)

Σήμερα στις Η.Π.Α. βρίσκονται 2,5 εκατομμύρια έγκλειστοι σε κρατικές και ιδιωτικές φυλακές, οι οποίες στηρίζουν την λειτουργία τους στην εκμετάλλευση της απλήρωτης ή της ισχνά αμειβόμενης εργασίας των κρατουμένων. Η αστική δημοκρατία φυλακίζει πρώτα απ’ όλα τους ταξικά καταπιεσμένους. Στην Αμερική η δουλεία των καταπιεσμένων δεν καταργήθηκε ποτέ. Το αμερικάνικο σύνταγμα αναφέρει : «Ούτε δουλεία, ούτε ακούσια υποδούλωση, μπορεί να υπάρχει, εντός των Η.Π.Α., ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΗΣ της περίπτωσης τιμωρίας για εγκλήματα, που οι εναγόμενοι έχουν καταδικαστεί.» Με αυτή τη τακτική, οι κεφαλαιοκράτες έχουν διασφαλίσει την συνέχιση της σκλαβιάς εντός των τειχών για όφελος πολυεθνικών , της στρατιωτικής βιομηχανίας κ.α.

Στις 9 Σεπτέμβρη, οι κρατούμενοι/ες στις αμερικάνικες φυλακές ξεκίνησαν μαζική απεργία από την εργασία, αποφασισμένοι να δώσουν ένα τέλος στο καθεστώς σκλαβιάς. Στις 3 εβδομάδες που μετράει η κινητοποίηση εντεινόμενης αντίστασης μέσα και έξω απ’ τις φυλακές, χιλιάδες κρατούμενοι σε 40 φυλακές σε όλη τη χώρα συμμετέχουν σε αποχή από τα μεροκάματα, απεργίες πείνας, αποχές από τα συσσίτια, εξεγέρσεις, καταστροφές κ.α. Το κράτος σε αυτό το διάστημα έχει απαντήσει με όξυνση της καταστολής, με τιμωρητικές μεταγωγές και απομονώσεις κρατουμένων, βασανιστήρια αλλά και με απειλές εναντίον των οικογενειών τους.

Εμείς στεκόμαστε αλληλέγγυοι στον αγώνα των κρατουμένων ενάντια στην σκλαβιά, καθώς τον αντιλαμβανόμαστε σαν κομμάτι του συνολικότερου αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Για το λόγο αυτό, το πρωί της 26ης Σεπτέμβρη, προβήκαμε σε κατάληψη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης, με σκοπό να μπλοκάρουμε την ομαλή λειτουργία του ιδρύματος, το οποίο είναι φορέας αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα. Η κίνησή αυτή συντέλεσε στην σύλληψή μας από τους ένστολούς φρουρούς του κράτους.

Κατηγορούμαστε για διατάραξη οικιακής ειρήνης. Όχι μόνο δεν αναγνωρίζουμε καμία ειρήνη, καθώς βρισκόμαστε σε συνεχή πόλεμο με κράτος, κεφάλαιο και δικαστική εξουσία, αλλά ακόμα περισσότερο επιδιώκουμε τη διάρρηξη της κοινωνικής ειρήνης, που προσπαθείτε να επιβάλλετε . Βιώνουμε τον ταξικό πόλεμο καθημερινά. Η κοινωνική σας ειρήνη είναι μια απάτη, που επικαλείστε για να αποκρύψετε την κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα. Η κοινωνική σας ειρήνη θέλει να επιβάλλει τη σιωπή. Με την παρέμβασή μας στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση επιχειρήσαμε να σπάσουμε την σιωπή, αναδεικνύοντας την μαζικότερη κινητοποίηση στην ιστορία των αμερικάνικων φυλακών.

Όπως δηλώσαμε και στην ΓΑΔΑ, έτσι κι εδώ δηλώνουμε, ότι ως αναρχικοί δεν συνεργαζόμαστε με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Πολύ δε περισσότερο, δεν συναινούμε στο φακέλωμά μας και γι’ αυτό το λόγο αρνηθήκαμε να δώσουμε αποτυπώματα κι φωτογραφίες.

Σε σχέση με την κατηγορία της παράνομης κατακράτησης, στόχος μας ήταν να παρακωλύσουμε τις διαδικασίες της ένωσης, μη επιτρέποντας την είσοδο σε κανέναν. Αντιστρέφοντας λοιπόν την κατηγορία : «Εσείς είστε που κρατάτε σε ομηρία τους καταπιεσμένους, με το ρόλο που έχετε αναλάβει, υπηρετώντας τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης.»

Οι διώξεις μας δυναμώνουν ακόμα περισσότερο τον αγώνα ενάντια στο κράτος, το κεφάλαιο και την κυριαρχία

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι επιτακτική ανάγκη η αλληλεγγύη μας να έχει στόχο την όξυνση του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

ΑΛΛΗΛΕΓΥΗ ΣΤΟΝ «ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ»

ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΗΠΑ

 Συνέλευση Αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους, τους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές

Σύντροφοι-Συντρόφισσες

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Τετάρτη & Νοέμβρη, ώρα 9 πμ.

στο Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημ/των, (Λουκάρεως), 2ος όροφος

Κατάληψη GARE

 

Posted in 22 ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 26-9-2016, ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ | Leave a comment

1)ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ 5Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ Ε.Α. 2)Π.ΡΟΥΠΑ & Ν.ΜΑΖΙΩΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ & ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

 

 

1/11/2018 – 5η Δίκη του Ε.Α για την απόπειρα απόδρασης του Νίκου Μαζιώτη και άλλων κρατουμένων από τις φυλακές Κορυδαλλού που επιχείρησε η Πόλα Ρούπα με ελικόπτερο: Τοποθετήσεις της Πόλας Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου να δικάσει το πολιτικό ”έγκλημα”.

 

https://athens.indymedia.org/post/1592705/

από Νίκος Μαζιώτης-Πόλα Ρούπα

02/11/2018 4:17 μμ.

 

1.Ενημέρωση για την 5η δίκη του Επαναστατικού Αγώνα 2.Ένσταση για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου να δικάσει πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος με τον 187Α & το “πολιτικό έγκλημα”.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΌ ΤΗΝ 5η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ στις 1/11/2018 ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ ΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ Η ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ ΣΤΙΣ 21/2/16, ΤΙΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΛΕΣΙΝΑΣ

* Η δίκη ξεκίνησε με τις τοποθετήσεις και την ένσταση των μελών του Επαναστατικός Αγώνας Πόλας Ρούπα και Ν. Μαζιώτη για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου όσον αφορά το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ και την πολιτική δράση της οργάνωσης. Στη συνέχεια τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα έκαναν αίτηση για την αποβολή της πολιτικής αγωγής των τραπεζών Πειραιώς και Εθνικής για τις απαλλοτριώσεις των οποίων κατηγορείται η Πόλα Ρούπα. Υπενθυμίζεται ότι η Πόλα Ρούπα έχει αναλάβει προσωπικά την ευθύνη για την απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία όπου μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε για την οργάνωση της απόπειρας απόδρασης με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού ενώ με δηλώσεις τους την άνοιξη του 2017 τα 2 μέλη του Επαναστατικού Αγώνα έχουν τοποθετηθεί στο ότι και η απαλλοτρίωση της Εθνικής τράπεζας της Μαλεσίνας έγινε στα πλαίσια χρηματοδότησης του Επαναστατικού Αγώνα. Ακολουθεί το κείμενο που κατατέθηκε στο δικαστήριο και για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου και για το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’.

 

ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

  1/11/2018

Σύμφωνα με το άρθρο 97 του Συντάγματος, ‘‘τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους’’. Πλην όμως καταληκτικός προσδιορισμός της έννοιας του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’ δεν υπάρχει, ο οποίος είναι και προϋπόθεση για να προσδιορίζονται ποια ‘‘εγκλήματα’’ θα δικάζονται από μεικτά ορκωτά και ποια όχι. Όλες οι ‘‘συζητήσεις’’ που έχουν γίνει ‘‘σκοντάφτουν’’ στον προσδιορισμό της έννοιας της πολιτικής πράξης. Ένας τέτοιος προσδιορισμός όμως δεν είναι νομικό, αλλά πολιτικό ζήτημα. ‘‘ …Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται κάθε φορά για τον προσδιορισμό ενός εγκλήματος ως πολιτικού δεν είναι μόνο, ίσως καθόλου, νομικά αλλά κυρίως πολιτικά. Έτσι ώστε εξαρτώνται πρωταρχικά από το συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει και από τα συμφέροντα που πρόκειται να εξυπηρετηθούν. Πολιτικά είναι όλα τα εγκλήματα που συνετέλεσαν στην κατάρρευση ενός πολιτικού καθεστώτος, όχι όμως και αυτά που τείνουν στην ανατροπή εκείνου που υπάρχει’’. (Συμεωνίδου-Καστανίδου:‘‘Η ποινική προστασία των πολιτικών σωμάτων στο ελληνικό Δίκαιο’’). Ότι ο προσδιορισμός της πολιτικής πράξης άρα και του πολιτικού εγκλήματος είναι απόρροια των εκάστοτε συσχετισμών δυνάμεων, είναι διαπίστωση της υπαγωγής της δικαστικής εξουσίας στην εκάστοτε εκτελεστική. ‘‘Οι ταλαντεύσεις λοιπόν, της ελληνικής νομολογίας δεν είναι τυχαίες, αλλά εξαρτώνται και από αιτίες νομικές (δυσχέρειες προσδιορισμού πολιτικού εγκλήματος) και πολιτικές (υποταγή της δικαστικής στην εκτελεστική εξουσία) (Α. Λοβέρδος :‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’).

Κατ’ επέκταση συχνά στηλιτεύεται και η θέση περί της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. ‘‘Οσάκις συνέβη ο δικαστής να ορθωθεί έναντι της εκτελεστικής εξουσίας επί ποινικών διώξεων εν πολιτικοίς αδικήμασι εις στιγμάς θυελλώδους πολιτικής περιόδου συνετρίβη διότι ως ήδη εξετέθη…., η δικαστική ανεξαρτησία είναι χίμαιρα· o κίνδυνος άρα έγκειται εις την αδυναμίαν των δικαστικών όπως αντιταχθώσι κατά της πολιτικής εξουσίας, όταν αυτή επιχειρή τον στραγγαλισμόν των πολιτικών δικαίων του λαού· τότε η συνταγματική προστασία του πολιτικού αδικήματος είναι πομφόλυξ και υπάρχει ο κίνδυνος ουδέποτε ο δικαστής να αποδεχθή την ιδιότυπον ιδεολογία του πολιτικού εγκληματία’’ (Κ. Τσουκαλάς 1929).

Το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία παγίως υπάγεται στην εκάστοτε εκτελεστική είναι απόρροια του πρωτεύοντος στόχου που η πρώτη έχει στην κρατική λειτουργία, δηλαδή την διατήρηση της σταθερότητας ενός πολιτικού συστήματος ακόμα και αν αυτό έχει ή τείνει να αποκτήσει ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Η καθεστωτική σταθερότητα ‘‘πρώτιστο έννομο αγαθό’’ που οφείλει να διαφυλάξει την καθιστά ουραγό της κάθε πολιτικής εκτροπής και συρρίκνωσης των όποιων πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Η θεωρητική διαπάλη που εκτυλίσσεται δια μέσω των δεκαετιών στον χώρο του ποινικού δικαίου με αιχμές δύο θεωρίες, την υποκειμενική και αντικειμενική αντανακλά την όποια διάθεση ή αντίσταση των εκάστοτε αναλυτών της νομικής θεωρίας και πρακτικής να υπαχθούν και οι ίδιοι, μαζί με την δικαστική εξουσία στην υπηρεσία των συμφερόντων της εκτελεστικής. Μέσα σε αυτή την διαπάλη και χωρίς να υπάρχει επίλυση του ερωτήματος τι είναι πολιτική πράξη, αναπτύχθηκαν δυο θεωρίες για το πολιτικό έγκλημα, η αντικειμενική και η υποκειμενική. Ενώ η νομική επιστήμη καμώνεται την ουδέτερη και αντικειμενική φύση της έναντι των εκάστοτε κοινωνικών – ταξικών – πολιτικών συμφερόντων, οι δύο αυτές ‘‘σχολές’’ έγιναν η αιχμή μιας διαμάχης μακροχρόνιας και η κάθε μια χωριστά ή και οι δυο μαζί υπέπεφταν στις φιλοδοξίες που αντανακλούσαν οι θέσεις του αναλυτή και ερευνητή και γίνονταν εργαλείο υποστήριξης των θέσεών του είτε αυτές προήγαγαν την ολοκληρωτική υποταγή της δικαστικής στην εκτελεστική εξουσία είτε αντιστέκονταν σε μια τέτοια εξέλιξη. Η υποκειμενική θεωρία προσδιορίζει το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ με κριτήριο το υποκείμενο που το διαπράττει, δηλαδή τα κίνητρα και τους σκοπούς του. Αρκεί το πολιτικό κίνητρο για να οριστεί και να αντιμετωπιστεί ως πολιτικό έγκλημα μια πράξη, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός συγκεκριμένων πολιτικών ‘‘έννομων αγαθών’’ που ενώ πλήττονται προσδίδουν και τον χαρακτήρα του πολιτικού στην πράξη και διώκεται ποινικά. Πρόκειται για την πλησιέστερη με τις ιστορικές καταβολές της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος θεωρία σε σχέση με τις αντικειμενικές, αφού θέλει να εισχωρήσει στον εσωτερικό κόσμο του δράστη για να διαπιστώσει αν η πράξη του είχε πολιτικό σκοπό ή πολιτικά κίνητρα έτσι ώστε να τον χαρακτηρίσει ως πολιτικό εγκληματία, ως ‘‘ευγενή – ανιδιοτελή’’ εγκληματία, όπως δηλαδή τον 19ον αιώνα όταν θεσπίζονταν τα πρώτα ευνοϊκά μέτρα για τον πολιτικό εγκληματία….’’ ( Α. Λοβέρδος ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’)

Η υποκειμενική θεωρία υιοθετήθηκε ορισμένες φορές από την ελληνική νομολογία και μάλιστα με την ‘‘στενή’’ εκδοχή της σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί ο οποιοσδήποτε πολιτικός σκοπός, αλλά απαιτείται για τον προσδιορισμό του πολιτικού εγκλήματος να αποσκοπεί αυτό στην ανατροπή ή μεταβολή του πολιτεύματος η προσβολή της κρατικής υπόστασης δια μέσω των οποιονδήποτε έκνομων πράξεων. Τέτοια περίπτωση είναι η απόφαση 8/1921 του Α. Π. που έκρινε ότι ‘‘…πολιτικόν αδίκημα είναι το σκοπόν άμεσον και κύριον έχον την του καθεστώτος ανατροπήν ή μεταβολή θεμελιώδους τινος βάσεως αυτού, ή το τείνον προς υποστήριξιν του νόμιμου καθεστώτος, απειλουμένου δια ανατροπής’’.

Με βάση την αντικειμενική από την άλλη θεωρία, ο προσδιορισμός του πολιτικού εγκλήματος γίνεται με βάση την πολιτική φύση του προσβαλλόμενου αγαθού και όχι τα κίνητρα του δράστη, Ο προσδιορισμός όμως των πολιτικών έννομων αγαθών συναντά τις δυσκολίες του προσδιορισμού της ίδιας της πολιτικής πράξης. Ποιο είναι το έννομο αγαθό που πλήττεται; Η αντικειμενική θεωρία αναγνωρίζεται ως προσπάθεια αποπολιτικοποίησης του πολιτικού αντιπάλου σε αρκετές αναλύσεις καθώς εξαιρείται το πολιτικό κίνητρο και ο πολιτικός σκοπός του δράστη, κοινώς επιδιώκει την αποπολιτικοποίηση του υποκειμένου και των πράξεών του. Και αυτό σε συνδυασμό με τον στενό προσδιορισμό του ‘‘πολιτικού σύννομου αγαθού που πλήττεται’’ το οποίο δεν ξεφεύγει της στενά προσδιορισμένης κρατικής σφαίρας, εξορίζονται και αποπολιτικοποιούνται πρόσωπα, αγαθά, πράξεις και δραστηριότητες από την πολιτική. ‘‘Η παραδοχή της αντικειμενικής θεωρίας για το πολιτικό έγκλημα αποτελεί θαυμάσιο δείγμα της προσπάθειας των νομικών να συμβιβάσουν την ιδεολογία των ‘‘αιώνιων αξιών’’ με το συμφέρον των εκάστοτε (και προσωρινά πάντα) ισχυρών (Ι. Μανωλεδάκης – Ποινικό Δίκαιο, Γενική Θεωρία). Κατά τον Μανωλεδάκη η στροφή από την υποκειμενική στην αντικειμενική θεωρία συνιστά και την κατάρρευση στην ουσία της ίδιας της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος’’.

Όταν το επαναστατικό πνεύμα πέρασε από τα χέρια των αστών στα χέρια των αναρχικών, άρχισε η στροφή από την υποκειμενική στην αντικειμενική θεωρία που σήμανε και την ‘‘κατάρρευση’’ της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος. Η αναγωγή του κράτους ως μόνου φορέα και δέκτη των πολιτικών διαδικασιών πέρα από την δεδομένη και καταφανή πλάνη που εμπεριέχει, έχει και ένα σαφή προσανατολισμό: Να εγκλωβίσει, να περιχαρακώσει την πολιτική στα στενά πλαίσια της κρατικής λειτουργίας και να ακυρώσει κατ’ επέκταση την πολιτική ουσία κάθε δράσης που δεν υπάγεται στον κρατικό μηχανισμό. Είναι εμφανές πως με βάση αυτό το θεώρημα, το οποίο επιβάλλεται ως ορθή και μόνη αλήθεια μέσω αυτών που ασκούν την δικαστική εξουσία, εξορίζονται από την πολιτική σφαίρα κάθε είδους πολιτικές δραστηριότητες, άσχετα αν αυτές παραβιάζουν ή όχι το κυρίαρχο πλέγμα της νομιμότητας. Και αυτό γιατί ο ιδεολογικοπολιτικός κρατικός καταναγκασμός επιβάλλει την απόλυτη κατοχή της όποιας πολιτικής δράσης αποπολιτικοποιώντας όποια εκκινείται εκτός του κρατικού πλαισίου είτε αυτή στρέφεται ενάντια στην καθεστηκυία τάξη είτε όχι. Η περιχαράκωση του ‘‘πολιτικού’’ και η ταύτισή του με το ‘‘κρατικό’’ υποδηλώνει την άρνηση της αναγνώρισης πολιτικού αντιπάλου έξω από την σφαίρα της κρατικής λειτουργίας, στην ουσία στην άρνηση αναγνώρισης πολιτικού αντιπάλου γενικώς. Η δε αντιμετώπισή του δεν σταματά φυσικά στο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της αποπολιτικοποίησης της αντικαθεστωτικής δράσης, αλλά λαμβάνει τον βίαιο και τιμωρητικό χαρακτήρα της εντός των δικαστηρίων και με τις επιβολές των ποινών και των φυλακίσεων, οι οποίες καταλήγουν να είναι ιδιαιτέρως αυστηρές έως και εξοντωτικές για τους πολιτικούς αντιπάλους του κράτους, τους οποίους όμως παρ’ όλα αυτά δεν αναγνωρίζει ως τέτοιους.

‘‘Στους ποινικούς κανόνες που προστατεύουν το κράτος το οποίο θεωρείται ως αποκλειστικός δέκτης αλλά και αφετηρία της πολιτικής, επικεντρώθηκαν και επικεντρώνονται οι προσπάθειες καθορισμού των ‘‘πολιτικών έννομων αγαθών’’. ‘‘…Είναι σήμερα αδύνατον να υποστηριχτεί πως στην κρατική εξουσία εξαντλείται η έννοια της πολιτικής’’ ‘‘….Η πολιτική παρέμβαση δεν αναζητάται μόνο στην διεκδίκηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας…’’ ‘‘με την διεύρυνση του εννοιολογικού περιεχομένου της πολιτικής, είναι αδύνατον να συγκεκριμενοποιηθούν ορισμένα έννομα αγαθά, μέσα στα οποία θα εξαντλείται η έννοια αυτή. Επομένως, μια τέτοια αντίληψη της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος παρουσιάζει μια εγγενή αδυναμία που την καθιστά εκ των προτέρων ακατάλληλη’’. (Α. Λοβέρδος: ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’)

Την περαιτέρω περιχαράκωση της έννοιας της πολιτικής πράξης, του πολιτικού αγαθού και του πολιτικού εγκλήματος καταφέρνει η συνέχεια του προβληματισμού που έχει ως αφετηρία την αντικειμενική θεωρία που αναζητά τα αμιγή ή καθαρά πολιτικά εγκλήματα. Όμως όπως πολλές φορές έχει διατυπωθεί η περίπτωση τέλεσης αμιγούς πολιτικού εγκλήματος είναι αδύνατη ή σχεδόν αδύνατη, γι’ αυτό και ασκείται σε αυτή την θεωρία κριτική από πολλούς συγγραφείς. ‘‘Εξωγήινο’’ χαρακτηρίζει ο Λοβέρδος αυτόν που μπορεί με ένα αμιγώς πολιτικό έγκλημα να ανατρέψει την κρατική εξουσία ενώ ο Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει: ‘‘Η ανατροπή μιας πολιτικής εξουσίας και μάλιστα σήμερα που το κράτος διαθέτει τελειοποιημένο μηχανισμό εξουδετέρωσης των αντιπάλων του, δεν γίνεται στα χαρτιά ούτε με ευχολόγια. Για να φθάσει ‘‘ο πολιτικός εγκληματίας’’ τον στόχο του, πρέπει να προσβάλει θέλοντας και μη ένα πλήθος από έννομα αγαθά (ανθρώπινες ζωές, προσωπικές ελευθερίες, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες κλπ). Για να φθάσεις σε αυτό, πρέπει να περάσεις από τα αγαθά τούτα, που η προσβολή τους δεν αποτελεί με το κριτήριο της αντικειμενικής θεωρίας πολιτικό, αλλά κοινό έγκλημα. Έτσι, ενώ η προσβολή αποβλέπει στην ανατροπή της πολιτικής εξουσίας, καταλήγει αντικειμενικά σε σύνθετο πάντα πολιτικό έγκλημα ή και σε μόνο κοινό, αν ο δράστης είχε την…ατυχία να συλληφθεί στην αρχή πραγμάτωσης του σχεδίου του’’. (Ι. Μανωλεδάκης: Ποινικό Δίκαιο – Γενική Θεωρία σελ.248)

Η ‘‘στενή’’ αντικειμενική θεωρία περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ έχει σχεδόν αποκλειστεί από την διαδικασία της επεξεργασίας στα πλαίσια του Ποινικού Δικαίου και συνιστά κυρίως, επιλογή της δικαστικής εξουσίας όπως διατυπώνεται π.χ. στην απόφαση 238/1939 του Α.Π., όπου ως πολιτικά εγκλήματα αναφέρονται οι ‘‘αμέσως προσβάλλουσαι πράξεις, και εις την ανατροπήν του καθεστώτος πολιτεύματος ή εις μεταβολήν θεμελιώδους αυτού βάσεως αμέσως τείνουσαι…’’ Η εφαρμογή της στενής αντικειμενικής θεωρίας με την αναγωγή ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ μόνο αυτήν την ιδιαίτερη απειλή, χωρίς διαμεσολαβητικούς παράγοντες, καταφέρνει τον περιορισμό του πεδίου τόσο ώστε να αναγνωρίζει ως τέτοιο μόνο αυτό του άρθρου 134 Π.Κ., αφού οτιδήποτε άλλο, δεν είναι δυνατόν να έχει τον χαρακτήρα της ‘‘αμέσως’’ μεταβολής της κρατικής υπόστασης, ή της κατάλυσης, αλλά μόνο εμμέσως. Η μικτή περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ θεωρία είναι αυτή που θέλει να καλύψει το κενό της απουσίας των πολιτικών κινήτρων στον δράστη όπως παρουσιάζεται στην αντικειμενική θεωρία πλην όμως δεν πρόκειται παρά για παραλλαγές στην ανάλυση του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Παράλληλα δεν λύνει το ‘‘μυστήριο’’ του πολιτικού εγκληματία με τις εξωγήινες ικανότητες ο οποίος και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να προσβάλει ‘‘μόνο πολιτικό έννομο αγαθό’’, αλλά επιπλέον θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί από το δικαστήριο και ο πολιτικός σκοπός του δράστη. Παράδειγμα χρήσης της μικτής θεωρίας ήταν η 144/1907 απόφαση του Α.Π. Η ‘‘συζήτηση’’ για το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ συνεχίζει να παραδέρνει μέσα στην ιστορία και οι δικαστικές αποφάσεις να αντανακλούν τους εκάστοτε πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων υιοθετώντας η δικαστική εξουσία άλλοτε τη μια άλλοτε την άλλη θεωρία.

Η υποκειμενική θεωρία έτυχε μικρότερης αποδοχής πλην όμως υιοθετήθηκε στην απόφαση 120/1871 Α.Π., και στην ταραγμένη περίοδο 1920, όπου υπό την ισχύ του διατάγματος περί αμνηστίας της 8ης/11/1920 σε πολλές αποφάσεις ο Άρειος Πάγος χαρακτήριζε πλήθος πράξεων ως πολιτικές με βάση την υποκειμενική θεωρία. Πρόκειται για μια περίοδο όπου είχε ληφθεί κεντρική πολιτική απόφαση, στην οποία προσαρμόστηκε και η δικαστική εξουσία, να δοθεί τέλος στην περίοδο του λεγόμενου ‘‘εθνικού διχασμού’’, που είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και σωρεία ποινικών αδικημάτων να δικάζονται ως ‘‘πολιτικά’’ και να αμνηστεύονται. Σε ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις (π.χ.241/1921 και 64/1921 Α.Π) ορίζεται το σύνθετο πολιτικό αδίκημα: ‘‘…. Διότι σύνθετον πολιτικόν αδίκημα υπάρχει όταν το κοινόν αδίκημα έχει σκοπόν την διάπραξιν ή την τάσιν προς διάπραξιν πολιτικού αδικήματος εν τη κυρία αυτού έννοια (241/1921). Στις δε φρονηματικού χαρακτήρα διώξεις που υπάρχουν στο ιδιώνυμο του Ε. Βενιζέλου με τον Ν. 4229/1929, στη νομολογία του Ι. Μεταξά, αυτήν που διαμορφώθηκε μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και κατά την διάρκεια του εμφυλίου, όπως και αυτήν που εφαρμόστηκε κατά την στρατιωτική δικτατορία το 1967 – 1974, η ‘‘μικτή θεωρία’’ και το κίνητρο υπάγονται στην υπηρεσία του ολοκληρωτισμού και των μαζικών διώξεων των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος. Είναι γνωστό πως η εκάστοτε εξουσία στην ιστορία πάντα επιχειρούσε την αποπολιτικοποίηση των πολιτικών της αντιπάλων και οι νομολογίες συνιστούσαν ανέκαθεν ένα όπλο στα χέρια της. Αυτό λάμβανε την άλφα ή την βήτα βαρύτητα αναλόγως των ευρύτερων κοινωνικών και ταξικών συσχετισμών αλλά και τον βαθμό ολοκληρωτισμού που λάμβανε σε κάθε εποχή η κρατική εξουσία. Σε περιόδους όπως αυτή της γερμανικής κατοχής αλλά και εν μέσω του εμφυλίου, οι αντάρτες που μάχονταν τους κατακτητές αποκαλούνταν ‘‘ληστοσυμμορίτες’’.

Ο όρος ‘‘τρομοκράτης’’ χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για κάθε πολιτική αντικαθεστωτική δράση στην σύγχρονη ιστορία. Η ευρύτατη χρήση του όρου ‘‘τρομοκρατία’’ είναι τέτοιας έκτασης που ‘‘καταλαμβάνει’’ σήμερα κάθε αντικαθεστωτική δραστηριότητα ενώ οι αντίστοιχες νομολογίες συνιστούν την σκληρότερη δυνατή μορφή εκδίκησης, η οποία έρχεται παράλληλα με την αδιαμφισβήτητη στροφή του σύγχρονου κράτους προς τον ολοκληρωτισμό. Ολοκληρωτισμό ο οποίος δεν αφορά μεν σε παλαιού τύπου πραξικοπήματα, αλλά σε μια σταδιακή μεταβίβαση εξουσιών από την εκτελεστική εξουσία σε υπερεθνικούς θεσμούς και μηχανισμούς οι οποίοι με την σειρά τους υπάγονται στην εξουσία των διεθνών αγορών κεφαλαίου. Αποτέλεσμα αυτής της πορείας που βαδίζει χέρι – χέρι με την διαμόρφωση ενός παγκόσμιου πλαισίου καταστολής με αιχμή την αντιμετώπιση της ‘‘τρομοκρατίας’’, είναι η αντιμετώπιση με εξοντωτικούς όρους των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος από τα δικαστήρια.

Πώς όμως γεννήθηκε ο όρος ‘‘τρομοκρατία’’; Με την ιστορική – πολιτική του έννοια την τρομοκρατία ως όρο την συναντάμε για πρώτη φορά ως κρατική τρομοκρατία την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Πιο συγκεκριμένα αφορούσε στις μεθόδους λαϊκής τρομοκράτησης όλων των διαφωνούντων με την παράταξη των Ιακωβίνων που ασκούσαν για την περίοδο 1793 – 1794 την εξουσία, στην οποία συμμετείχε συγκεκριμένος κρατικός μηχανισμός καταναγκασμού συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής εξουσίας και που στόχευε μέσω της βίας στην δημιουργία των όρων απόλυτης παρέμβασης και ελέγχου του κράτους σε όλες τις κοινωνικές διεργασίες. Συνεπώς, ιστορικά τον όρο τρομοκρατία, τον συναντάμε υπό τον όρο της κρατικής τρομοκρατίας, η οποία και εκδηλωνόταν σε όλη την κοινωνική σφαίρα, εμπεριείχε μια στρατηγική στόχευση, είχε χρονική συνέπεια και διάρκεια ενώ απαιτούσε τη συμμετοχή όλων των φορέων της κρατικής μηχανής. Με την βασική αρχή ότι το κράτος είναι ο μόνος φορέας και δέκτης της πολιτικής ενώ κάθε άλλη διεργασία ανάγεται στην ‘‘κοινωνική σφαίρα’’, επιχειρήθηκε η αποπολιτικοποίηση αντιφρονούντων, αρχικά των αναρχικών στην Γαλλία το 1894, όπου διώκονταν ως μη πολιτικές πράξεις αυτές όπως οι ένοπλες και βομβιστικές επιθέσεις κατά πολιτικών στόχων (π.χ. η εκτέλεση του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Σαντί Κανρό στα πλαίσια της ‘‘προπαγάνδας με την πράξη’’. Αντίστοιχοι νόμοι ήταν επίσης στην Γαλλία το 1939 ενάντια σε όσους προπαγάνδιζαν τις θέσεις της 3ης Διεθνούς και στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του εμφυλίου με τον νόμο 509/1947. Όσο για την Ελλάδα στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, αλλά και κατά την διάρκεια του εμφυλίου, ο συνήθης προσδιορισμός για τους κομμουνιστές ήταν ‘‘ληστοσυμμορίτες’’. Ο όρος ‘‘τρομοκρατία’’ χρησιμοποιείται ευρέως στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’70 – ’80 για να χαρακτηριστεί η πολιτική δράση των ένοπλων οργανώσεων. Παρ’ όλο που η αντίληψη περί της αποκλειστικότητας της πολιτικής από το κράτος που συνιστά τον μόνο φορέα, δημιουργό και δέκτη της πολιτικής ήταν παρωχημένη σύμφωνα και με πολλούς πολιτικούς αναλυτές, όταν πρόκειται για την συντονισμένη καταστολή και αποπολιτικοποίηση από τα κράτη των πολιτικών αντιπάλων τους, ο όρος του ‘‘τρομοκράτη’’ και της ‘‘τρομοκρατίας’’ λαμβάνει κεντρικό ρόλο και ενσωματώνεται στο καθεστωτικό ποινικό δίκαιο.

Για την αποτελεσματική καταστολή και την αυταρχική αποπολιτικοποίηση του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ από την δικαστική εξουσία που εφαρμόζει τις επιταγές της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, έχουν μιλήσει και αντικρούσει πολλοί αναλυτές του καθεστωτικού Ποινικού Δικαίου. Tην δε αντικειμενική θεωρία την απορρίπτει κατά κανόνα η πλειοψηφία ερευνητών πάνω στο ζήτημα (Μανωλόπουλος, Βαρβιτσιώτης, Λοβέρδος, Μανωλεδάκης, Πανούσης, Συμεωνίδου-Καστανίδου, Κουράκης κ.α ). Ο δε Λοβέρδος προσεγγίζοντας το είδος της αποπολιτικοποίησης που επιχειρείται από εκτελεστική και δικαστική εξουσία, την ανάγει σε ειδική ως αυτή που στρέφεται ενάντια σε ειδικές περιπτώσεις προσώπων και πράξεων και την γενική που αφορά στην ‘‘εξ εφόδου αποπολιτικοποίηση ενός ολόκληρου φαινομένου’’. Στην γενική αποπολιτικοποίηση έχει καταλήξει σήμερα η εκτελεστική εξουσία, αλλά και προχωρώντας πάρα πέρα, αρνείται ακόμα και την αναγνώριση κοινωνικών και πολιτικών αιτιών στην εκδήλωσή του, με τον απολυταρχικό παραλογισμό ότι η ‘‘αναγνώριση αιτιών τέτοιων κατατείνει στην δικαιολόγηση και νομιμοποίηση του φαινομένου’’.

Σαφώς και η αναγωγή του κράτους ως μόνου φορέα και δέκτη της πολιτικής σήμερα αναγνωρίζεται ως ξεπερασμένη και αναχρονιστική από πλείστους αναλυτές, πλην όμως η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία ως εκτελεστής των εκάστοτε επιταγών της πρώτης, στις αποφάσεις της και τις θέσεις που αυτές εκφέρουν για το ζήτημα των διώξεων ‘‘τρομοκρατών’’, αναφέρεται πως οι πράξεις τους στρέφονται ενάντια στην ‘‘δημόσια τάξη’’. Αντιθέτως το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ στρέφεται άμεσα εναντίον του κράτους και της πολιτικής τάξης. Αυτή η θέση διατυπώθηκε π.χ. στην απόφαση του δικαστηρίου που εκδίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση της επίθεσης του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ στις 10/4/2014. Σε αυτή την απολυταρχική επίθεση αποπολιτικοποίησης πολιτικών πράξεων με την αναχρονιστική θέση για την αποκλειστικότητα της πολιτικής από το κράτος, ο Α. Λοβέρδος απάντησε το 1987: ‘‘Το τρομοκρατικό έγκλημα’’ στρέφεται εναντίον της δημόσιας τάξης, ενώ το πολιτικό έγκλημα εναντίον του κράτους και της πολιτικής τάξης. Πρόκειται για την ξεπερασμένη θεώρηση του κράτους ως αποκλειστικού δέκτη και αφετηρίας της πολιτικής και για την αποδοχή των αντικειμενικών θεωριών περί πολιτικού εγκλήματος, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν ορισμένα ‘‘πολιτικά’’ έννομα αγαθά στις προσβολές των οποίων εξαντλείται η πολιτική εγκληματικότητα’’. ‘‘….η αποδεκτή σήμερα άποψη της αποπολιτικοποίησης ξεφεύγει από την ποινική επιστήμη και περνά στον χώρο των προσπαθειών χρησιμοποίησης του Ποινικού Δικαίου για την εξυπηρέτηση του τακτικού πολιτικού στόχου της καταστολής της τρομοκρατίας’’. (Α. Λοβέρδος: ‘‘Για την τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα’’)

Το αδιέξοδο των κυριαρχουσών θεωριών (αντικειμενικής και υποκειμενικής) για τον προσδιορισμό του φαινομένου στη νομολογία και την αντίθεσή τους στην αποπολιτικοποίηση του πολιτικού υποκειμένου ανέδειξαν πολλοί, ενώ είναι καταφανής ότι μέσω αυτής της αποπολιτικοποίησης η δικαστική εξουσία και η νομολογία γίνονται αιχμή της καταστολής. Αποκτούν δηλαδή πολιτικό – στρατιωτικό χαρακτήρα και ρόλο. Καταληκτικά ορισμένοι αναλυτές που καταπιάστηκαν με το ζήτημα κατέληξαν πως έξω από τα αδιέξοδα των υπαρχουσών θεωριών, η διέξοδος βρίσκεται στον προσδιορισμό του υποκειμένου και όχι της πράξης: ‘‘…. «πολιτικός εγκληματίας» μπορεί να χαρακτηριστεί ο ενταγμένος σε οργάνωση με πολιτικό σκεπτικό που επιδιώκει δηλαδή, την ανατροπή, μεταβολή, κλονισμό, πίεση του πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος και τελεί αξιόποινες πράξεις ανταποκρινόμενος στο σκεπτικό αυτό και πρόσφορες για τους σκοπούς, εφ’ όσον ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλοστρατιωτική ιδιότητα’’ (Μανωλεδάκης: Ποινικό ΔίκαιοΓενική Θεωρία). Στο ίδιο συμπέρασμα περίπου, καταλήγει και ο Α. Λοβέρδος.

Το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία προσαρμόζεται στο εκάστοτε πολιτικό περιβάλλον όπως αυτό διαμορφώνεται από την εκτελεστική εξουσία, φαίνεται και στην υπόθεση R. Pohle (Πόλε). Σε αυτή την περίπτωση οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έγιναν από το Συμβούλιο Εφετών και τον Άρειο Πάγο ως προς το αίτημα της μη έκδοσής του στην Δ. Γερμανία, αναδεικνύουν εκτός από το κενό που υπήρχε στον προσδιορισμό του πολιτικού εγκλήματος από την νομολογία στην Ελλάδα, και την επιρροή που ασκεί το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον όταν αυτό δεν έχει παγιωθεί και παρουσιάζει μια ρευστότητα, όπως είναι η περίοδος της μεταδικτατορικής περιόδου. Ο Πόλε καταδικασμένος για συμμετοχή στην οργάνωση αντάρτικου RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός ) είχε απελευθερωθεί μαζί με άλλους κρατούμενους αντάρτες πόλης κατόπιν απαγωγής του υποψήφιου για την δημαρχία του Βερολίνου του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Ο Ρ. Πόλε συλλαμβάνεται αργότερα στην Ελλάδα το 1976 και ζητά να μην γίνει η απέλασή του στην Δ. Γερμανία. Στο Εφετείο Αθηνών που εκδικάζεται η υπόθεση, ορίζεται ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ εκείνο το οποίο εν όψει του κινήσαντος τον δράστην ελατηρίου, του υπ’ αυτού επιδιωχθέντος σκοπού και της φύσεως των προσβληθέντων δικαιωμάτων, στρέφεται έστω και μόνον εμμέσως κατά της πολιτικής οργάνωσης του κράτους και τείνει εις ανατροποήν ή αλλοίωσιν της κατά το ισχύον εν αυτώ πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως.

‘‘Είναι εμφανές ότι το δικαστήριο αποδέχεται την ‘‘μικτή θεωρία’’. Η απόφαση του συμβουλίου που αρνήθηκε την έκδοσή του έλεγε πως ο Πόλε ‘‘ήτο κατά το 1971 μέλος μιας επαναστατικής εξτρεμιστικής οργάνωσης, ήτις είχε πολιτικούς σκοπούς και απέβλεπεν εις ενεργόν δράσιν προς ανατροπήν του κρατούντος εις την Δυτικήν Γερμανίαν πολιτικού καθεστώτος και εις αγώνα από κοινού μετά των καταπιεζομένων εις όλον τον κόσμο κατά του Ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού καπιταλισμού και εστρέφετο εν γένει κατά του πολιτικού κατεστημένου της Δυτικής Κοινωνίας’’. Τότε το δικαστήριο έκρινε πως ο Πόλε ήταν πολιτικός κρατούμενος και πως δεν έπρεπε να εκδοθεί στην Δ. Γερμανία. Στελέχη του ΠΑΣΟΚ όπως ο Χαραλαμπόπουλος, Παπανδρέου, και ο Μαγκάκης που τότε ήταν βουλευτής της ΕΔΗΚ είχαν επικροτήσει δημόσια την ‘‘γενναία απόφαση των εφετών’’ που σήκωσε ανάστημα απέναντι στις απαιτήσεις της Δ. Γερμανίας η οποία ‘‘ως ισχυρή πολιτική δύναμη ήθελε να επιβάλει την άποψή της στο ελληνικό κράτος’’. Έγραφε τότε ο Μαγκάκης: ‘‘Το ζήτημα είναι καθαρά νομικό. Οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε στην Γερμανία, έγκυρα έχουν αποδοθεί από την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή διαπίστωσε πολιτικό κίνητρο στον Πόλε. Αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του συνιστούν μικτό πολιτικό αδίκημα. Τα μικτά πολιτικά αδικήματα, υπάγονται στην απαγόρευση εκδόσεως’’. Την μικτή θεωρία περί πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ απορρίπτει άμεσα ο Άρειος Πάγος με τον τότε πρόεδρό του Ευστάθιο Μπλέτσα που ‘‘εξαφάνισε ‘’ την απόφαση για την μη έκδοση του Πόλε και αποφάσισε ότι έπρεπε να εκδοθεί, επικαλούμενος την ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’: Ως ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ ορίζει ‘‘….. το κατά της πολιτείας αμέσως απευθυνόμενον και εις ανατροπήν ή άλλοίωσιν της εν αυτή κατά το ισχύον πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως τείνον έγκλημα’’, αντιπαρέρχεται την αποδοχή της υποκειμενικής θεωρίας από το Εφετείο Αθηνών και διατάσσει την έκδοση του Πόλε.

Είναι σαφές πως η απόφαση του Εφετείου αφενός αναφερόταν στην απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου που υιοθέτησε την ‘‘μικτή θεωρία’’ αφετέρου είναι εμφανής η επιρροή της δικαστικής εξουσίας από το ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον το οποίο εκείνη την περίοδο χαρακτηριζόταν από έντονο πολιτικό αναβρασμό σε όλο το κοινωνικό φάσμα. Δεν είχαν εξάλλου ακόμα εδραιωθεί οι κυρίαρχες αντιλήψεις από την εκτελεστική εξουσία στο ζήτημα της ‘‘τρομοκρατίας’’ σε όλο το φάσμα της καθεστωτικής πολιτικής. Η ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’ με την αναχρονιστική όπως έχουν επανειλημμένως διατυπώσει θέση που θέλει το κράτος ως το μόνο φορέα και δέκτη της πολιτικής αντανακλούσε πάντα την αυταρχοποίηση και την πορεία προς τον ολοκληρωτισμό της εκτελεστικής εξουσίας που ακολουθούσε κατά πόδας και η δικαστική.

Έτσι φθάνουμε στις μέρες μας όπου οι κυρίαρχες πολιτικές σχέσεις έχουν αποκρυσταλλωθεί – και αφού προηγήθηκε και η πτώση του ανατολικού μπλοκ εξουσίας – και η εκτελεστική εξουσία έχει υιοθετήσει και εφαρμόζει όλες τις προσταγές ολοκληρωτισμού που προστάζει το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό μοντέλο και η δικτατορία των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας, αλλά και η έμμεση πλην όμως καθοριστική και απόλυτη δικτατορία των κεφαλαιαγορών στον πλανήτη, να έχει πλέον σταματήσει ακόμα και η συζήτηση περί του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’, να έχει ολοκληρωθεί η πιο απόλυτη κατασταλτική επίθεση αποπολιτικοποίησης και εκδίκησης και να έχουν φθάσει σε πρωτοφανή ένταση οι αποφάσεις καταστολής του πολιτικού αντιπάλου του καθεστώτος από τα δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 109 του Κ.Π.Δ ορίζεται ότι: ‘‘Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των μονομελών και τριμελών εφετείων και β) τα πολιτικά πλημμελήματα’’. Φρόντισαν ωστόσο στις εξαιρέσεις από τα μικτά ορκωτά να συμπεριλάβουν με το άρθρο 42 παρ. 4 του Ν. 3251/2004 ‘‘τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 187 και 187Α του Π.Κ., καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα’’.

Το 2004 ήταν η χρονιά που θεσπίστηκε ο 187Α με τον οποίο εκδικάζονται πολιτικές δράσεις, στις οποίες το άρθρο αυτό όπως και η συνολική νομολογία ασκεί την πλέον αυταρχική επίθεση αποπολιτικοποίησης και τιμωρίας. Αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ‘‘αντιτρομοκρατικού πολέμου’’ που στρέφεται εντός και εκτός εθνικών συνόρων. Παράλληλα γίνεται όλο και πιο ευρέως αποδεκτή η πλέον ολοκληρωτική θέση ότι ‘‘στη δημοκρατία δεν υπάρχουν πολιτικιά εγκλήματα’’ που εκφράζεται από την εκτελεστική εξουσία και συνυπογράφει και η δικαστική. Και αυτό ενώ το αντιπροσωπευτικό σύστημα εξουσίας όδευε προς την απόκτηση των πλέον ολοκληρωτικών χαρακτηριστικών. Πλάι στην στενή αντικειμενική θεωρία δομείται και η τελευταία, ιστορικά απόφαση του Α.Π. που συμπεριλαμβάνει στην αναγνώριση του πολιτικού εγκλήματος και την προσφορότητα της δράσης ως προς το τελικό ζητούμενο, την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Αυτή εκφράστηκε στην απόφαση 1413/2010 για την υπόθεση της 17Ν που αναφέρει ότι η επιδίωξη αυτή ( της καταστροφής θεμελιωδών συνταγματικών, πολιτικών και οικονομικών δομών μιας χώρας…) ‘‘δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ο στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν τούτου, να αναδύεται αντικειμενικώς…’’. Και συνεχίζει: ‘‘…. Ερμηνευτικώς συνάγεται ότι πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξης της χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή όμως δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται πέραν τούτου να αναδύεται αντικειμενικώς από την πραγματική συμβολή, την οποία η κρινόμενη συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στην προσβολή της καθεστηκυίας εξουσίας’’. ‘‘Περαιτέρω, ως συναφές προς το πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο με την προσβολή που επιφέρει σε κάποιο έννομο αγαθό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού προβλήματος με την ως άνω έννοια. Για την κατάφαση της συνάφειας αυτής, το πολιτικό έγκλημα πρέπει να έχει συντελεστεί. Υπό την έννοια αυτή ως πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής ( άρθρο 134 Π.Κ ). Αντιθέτως η συγκρότηση δομημένης ομάδας με διαρκή δράση ή η συμμετοχή σε αυτήν με σκοπό τη διάπραξη πράξεων, μη δυνάμενων να επηρεάσουν τη συνταγματική τάξη της χώρας, δεν συνιστά πολιτικό έγκλημα, ασχέτως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι ως δράστες προσδιορίζουν ιδεολογικά τις ενέργειες αυτές (….). Εν προκειμένω, η συμμετοχή στην οργάνωση 17Ν και οι επιμέρους οργανώσεις, εκφεύγουν του χώρου της πολιτικής παρέμβασης που υπερβαίνει τον ποινικό νόμο, διότι άσχετα από τον εκ μέρους των κατηγορουμένων πολιτικό προσδιορισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης συμπεριφοράς ως ΄΄αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας, τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του συγκεκριμένου σκοπού ήταν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη δημοκρατική κοινωνία’’.

Η δικαστική εξουσία στην εποχή μας, δεν αρκείται εντέλει μόνο στην ευρέως αποδεδειγμένη και εκδικητική ‘‘αντικειμενική θεωρία’’, αλλά ενσωματώνει στον πόλεμο εναντίον του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ που ανάγεται ως ‘‘τρομοκρατία’’ και την προσφορότητα αυτής στο ζητούμενο της πολιτικής ανατροπής. Και μάλιστα απαιτεί το ‘‘πολιτικό έγκλημα να έχει συντελεστεί’’. Με αυτή την έννοια μόνο οι νικητές σε μια πολιτική σύγκρουση και δη οι νικητές πραξικοπηματίες μπορούν να απολαμβάνουν το προνόμιο του πολιτικού υποκειμένου, άτομα δηλαδή προερχόμενα του ίδιου κρατικού μηχανισμού. Με αυτήν την ετυμηγορία στην σύγχρονη ιστορία το μόνο πολιτικό έγκλημα που έγινε, ήταν το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Η απόφαση 1413/2010 του Αρείου Πάγου, και ενώ ποτέ δεν επιλύθηκε το ζήτημα του ‘‘πολιτικού εγκλήματος’’ ή του ‘‘πολιτικού εγκληματία’’, έχει παγιώσει την θέση της για την βίαιη αποπολιτικοποίηση της αντικαθεστωτικής δράσης και την αναπαράγουν όλα τα δικαστήρια που δικάζουν ‘‘τρομοκρατικές’’ οργανώσεις και πράξεις.

Η ειδική κατασταλτική επιχείρηση που επιδίδεται η δικαστική εξουσία απέναντι στην πολιτική αντικαθεστωτική δράση, ολοκληρώνεται με την σύσταση ειδικών δικαστηρίων, με την διεξαγωγή δικών εντός των φυλακών και με την πάγια επιβολή αυστηρότερων ποινών. Τα δικαστήρια αυτά γίνονται ως αναμενόμενο πεδίο αντιπαράθεσης και ως προς το ζήτημα του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Αυτό το δικαστήριο είναι το πέμπτο κατά σειρά που συγκροτείται για να εκδικάσει την δράση του Επαναστατικού Αγώνα. Ως προς το αν η δράση της οργάνωσης αυτής είναι η δεν είναι τρομοκρατική και αν πρόκειται για πολιτική δράση ή όχι, αυτό καταρχήν έχει καταγραφεί στην ίδια την ιστορία και κοινωνικά: Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μια ευρέως αναγνωρισμένη πολιτική οργάνωση που επέλεξε ένοπλες μορφές δράσης για την προώθηση του επαναστατικού προτάγματος στην κοινωνία. Η δράση του, αλλά και εμείς ως πολιτικά υποκείμενα που έχουμε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή σε αυτόν, πληροί κάθε απαίτηση που έχει τεθεί – είτε αφορά την υποκειμενική θεωρία είτε την μικτή είτε ακόμα και την αναχρονιστική αντικειμενική θεωρία και μάλιστα την ‘‘στενή’’ εκδοχή της – για να χαρακτηριστεί ως πολιτική. Ως προς την υποκειμενική και την περί του μικτού πολιτικού εγκλήματος θεωρία, δεν χρειάζεται να επεκταθούμε καθώς είναι πασιφανές ότι ο Επαναστατικός Αγώνας και εμείς προσωπικά αποτελούμε το κατ’ εξοχήν κατάλληλο παράδειγμα που αφορά τον όρο ‘‘πολιτική δράση’’. Κατ’ άρθρο 187Α Π.Κ. ‘‘όποιος τελεί ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω εγκλήματα με τρόπο ή σε έκταση ή υπό συνθήκες που είναι δυνατόν να βλάψουν μια χώρα ή έναν διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό…ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές οικονομικές δομές μιας χώρας….’’

Η πεποίθησή μας είναι ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα δεν είναι αυτή που είναι δυνατόν να αποσταθεροποιήσει την χώρα, αλλά το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς. Την χώρα, την αποσταθεροποιεί το ίδιο το καθεστώς του καπιταλισμού και του κράτους, μέσα από τις οικονομικές πολιτικές που έχουν επιβάλει συνθήκες κοινωνικής γενοκτονίας για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Που διαχέουν την κοινωνική βία στη κοινωνική βάση και στην οποία έχει κυριαρχήσει ο νόμος του καπιταλισμού ‘‘όλοι εναντίον όλων’’. Που στις υπάρχουσες συνθήκες κοινωνικής σήψης και θανάτου της αλληλεγγύης όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον συνάνθρωπό τους μέσα από το πρίσμα ‘‘ο θάνατός σου, η ζωή μου’’. Αυτό που αποσταθεροποιεί τη χώρα, είναι το καθεστώς που καταστρέφει την κοινωνία κρατώντας στη κοινωνική βάση τη κοινωνική σύγκρουση και τη βία, συνθήκη που διασφαλίζει ότι οι υπαίτιοι αυτής της κοινωνικής κατάστασης μένουν στο απυρόβλητο. Επειδή με την φράση ‘‘να βλάψουν σοβαρά μια χώρα’’ εννοούμε οτιδήποτε απειλεί την συστημική λειτουργία, δηλαδή το οικονομικό και πολιτικό σύστημα εξουσίας, αφού το ίδιο το σύστημα είναι αυτό που προσδιορίζει και το εκάστοτε εξουσιαστικό μοντέλο διάρθρωσης της ταξικής και κοινωνικής ιεραρχίας στη κοινωνία, τότε ο 187Α δηλώνει την αποδοχή της δυνατότητας της ένοπλης δράσης να βλάψει και μάλιστα σοβαρά, το σύστημα. Αυτό γίνεται πιο ρητό και συγκεκριμένο στη συνέχεια του 187Α όπου στη αντικειμενική δυνατότητα προστίθεται και ο υποκειμενικός παράγοντας: ‘‘…και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό… ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές, οικονομικές δομές μιας χώρας…’’.

Ο 187Α συμπεριλαμβάνει τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο ως προαπαιτούμενο για να χαρακτηριστούν οι πράξεις ‘τρομοκρατικές’’. Πρόκειται για προσέγγιση που δεν ακολουθεί την ‘‘στενή αντικειμενική θεωρία’’ αλλά προσεγγίζει την μικτή περί του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ θεωρία. Επιζητεί δηλαδή δράσεις που και πρόσφορες είναι και επιφέρουν καθεστωτική αλλαγή και ενέχουν το κίνητρο για να επιχειρηθεί αυτό. Ενώ λοιπόν, ο 187Α είναι ένα λαμπρό δείγμα της μικτής θεωρίας συμπεριλαμβάνοντας και την προσφορότητα της δράσης ως προϋπόθεση για την δίωξη με αυτό, ενώ αναγνωρίζονται όλα τα στοιχεία στις ασκηθείσες διώξεις για να αντιμετωπιστούν ως πολιτικές οι πράξεις που διώκονται, καταλήγουν οι δικαστές να αρνούνται την ύπαρξη πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’. Πλην όμως χρησιμοποιούν την μικτή θεωρία για να προσδώσουν αυστηρότερες ποινές. Διαφοροποίηση δηλαδή ως προς το ποινικό αποτέλεσμα και όχι στην πολιτική ουσία των πράξεων. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Αρείου Πάγου στην απόφαση 1413/2010 για την υπόθεση της 17 Νοέμβρη που αναφέρει ότι η επιδίωξη αυτή ‘‘δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν τούτου, να αναδύεται αντικειμενικώς…’’. Πλην όμως ο 187Α αναφέρει αυτόν τον στόχο αντικειμενικώς.

Ο 187Α αναφέρει ρητώς την αντικειμενική προσφορότητα της ένοπλης ανατρεπτικής δράσης να προκαλέσει ακόμα και την καταστροφή του πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος (δομές) και δεν μένει καθόλου στον υποκειμενικό απλώς παράγοντα της βούλησης. Συνεπώς ή θα πρέπει με βάση τον 187Α και εφόσον θέλουμε να ακριβολογούμε, να δεχτούμε ότι μ’ αυτόν το νόμο δικάζονται αυτές οι οργανώσεις οι οποίες αντικειμενικώς έχουν δυνατότητα να ανατρέψουν το καθεστώς, ή θα πρέπει να γίνει αλλαγή του 187Α ή να μην δικάζονται με αυτόν. Επειδή όμως και με βάση την αντικειμενική θεωρία για το πολιτικό έγκλημα η προσφορότητα της ένοπλης δράσης να ανατρέψει ένα καθεστώς, συνιστά αποδοχή της ίδιας της πολιτικής φύσης αυτής της δράσης, τότε συμπεραίνουμε αυτό που όλοι γνωρίζουν, πλην όμως δεν έχουν το πολιτικό ανάστημα να το ομολογήσουν, ότι ο 187Α έχει ως αποστολή να δικάζει πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’. Και αυτό αυτόματα έρχεται σε σύγκρουση με το ίδιο το Σύνταγμα που λέει πως τα πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’ εκδικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια. Και αφού ο 187Α εκδικάζει αυτές τις ‘‘τρομοκρατικές’’ οργανώσεις που η δράση τους είναι πρόσφορη αντικειμενικώς – εννοείται πως προϋπόθεση για τη σύσταση μιας τέτοιας οργάνωσης είναι ο υποκειμενικός παράγοντας που πολλάκις έχει αναγνωριστεί στα δικαστήρια ως πολιτικός, ότι τα κίνητρα των συμμετεχόντων είναι πολιτικά, αλλά και ότι ο στόχος τους είναι μια πολιτική κοινωνική αλλαγή με οριζόντια μορφή κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης – τότε δεν θα πρέπει να εκδικάζονται με τον 187Α οι πράξεις αυτές που είναι αντικειμενικώς απρόσφορες.

Όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι η δράση του είναι απρόσφορη στο να επιφέρει τις αλλαγές που καταγράφονται στον 187Α, δηλαδή την καταστροφή των οικονομικών και πολιτικών δομών, την καταστροφή του καθεστώτος ώστε να ανοίξει ο δρόμος για το τελικό ζητούμενο της δράσης του που είναι η κοινωνική επανάσταση και η επαναστατική οργάνωση της κοινωνίας σε βάσεις που ορίζονται από την αρχή της οικονομικής ισότητας και της πολιτικής ελευθερίας όλων των ανθρώπων. Για τη προσφορότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα ως προς τον στόχο της καταστροφής των οικονομικών και πολιτικών δομών, συνεπώς της ανατροπής του συστήματος, έχουν μιλήσει και πολλοί καθεστωτικοί παράγοντες μεταξύ των οποίων κυβερνητικοί παράγοντες, υπουργοί κλπ. Επανερχόμενοι στην απόφαση 1413/2010 του Αρείου Πάγου για την υπόθεση της 17Ν αναφέρουμε το συμπέρασμα αυτής: ‘‘Ερμηνευτικώς συνάγεται ότι πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξης της χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή όμως δεν αρκεί να αναφέρεται υποκειμενικώς ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται πέραν τούτου να αναδύεται αντικειμενικώς από την πραγματική συμβολή, την οποία η κρινόμενη συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στη προσβολή της κατεστημένης εξουσίας’’. Να τονίσουμε πως αυτό το συμπέρασμα που αμφισβητεί την αντικειμενική δυνατότητα προσβολής της κατεστημένης εξουσίας, έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον 187Α που την θεωρεί ως προϋπόθεση για να δικαστεί κάποιος με αυτόν. Το άρθρο 187Α Π.Κ. που είναι μια αντιγραφή της αντίστοιχης αμερικανικής νομολογίας για την ‘‘αντιμετώπιση της τρομοκρατίας’’, στα ελληνικά δεδομένα έχει εφαρμοστεί σε πλήθος ανθρώπων που είτε έχουν εμπλακεί σε ένοπλη δράση είτε έχουν κατηγορηθεί ότι συμμετείχαν. Ο 187Α εξασφαλίζει στο κράτος αφενός την αυστηρή αντιμετώπιση όσων αμφισβητούν ενόπλως την παντοδυναμία του καθεστώτος και αφετέρου καλείται να δώσει χαρακτηριστικά αποπολιτικοποίησης στην ένοπλη ανατρεπτική δράση. Πλην όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο. Δικάζει αμιγώς πολιτικές πράξεις, τις οποίες ματαίως επιχειρεί να απομακρύνει από το πολιτικό τους πλαίσιο ανάγοντάς τες σε ‘‘τρομοκρατικές’’. Και λέμε ματαίως, γιατί ενώ ο ίδιος ο 187Α αναφέρεται σε αυτή την προϋπόθεση της προσφορότητας μιας οργάνωσης και των ενεργειών της, οι δικαστές αντιφάσκουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Επανερχόμενοι στην απόφαση του Αρείου Πάγου για την 17Ν, είδαμε πως η επίκληση της αντικειμενικής θεωρίας, με βάση την οποία απαιτείται να είναι αποτελεσματική ως προς τον στόχο της μια ένοπλη οργάνωση και δεν αρκούν τα πολιτικά κίνητρα αυτού ή αυτών που συμμετέχουν σε αυτήν ( υποκειμενική θεωρία ), σκοντάφτει και αυτοακυρώνεται στον ίδιο τον 187Α, αφού αυτός διώκει ως ‘‘τρομοκρατικές’’ μόνο τις οργανώσεις των οποίων η δράση είναι πρόσφορη για να προκαλέσει καταστροφή των οικονομικών και πολιτικών δομών.

Συνεπώς – και για να επανέλθουμε στο συμπέρασμα του Αρείου Πάγου – ‘‘έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού εγκλήματος’’, τα οποία δύναται να οδηγήσουν στην ανατροπή ή την αλλοίωση της συνταγματικής τάξης της χώρας, δηλαδή στην ανατροπή ή αλλοίωση του κυριάρχου καθεστώτος. Επειδή όμως, ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ εννοούμε την δράση αυτή που λαμβάνει χώρα υπερβαίνοντας (ή παραβιάζοντας) το κυρίαρχο νομικά πλαίσιο και πραγματώνεται από έναν πολιτικό αντίπαλο ή εχθρό του καθεστώτος με στόχο την ‘‘την αλλοίωση, προσβολή, ή την ανατροπή του’’, το να αναγνωρίζεται ως πολιτικός αντίπαλος ή εχθρός του υφιστάμενου καθεστώτος κάποιος που είναι υπάλληλός του (πολιτικός ή στρατιωτικός), συνιστά μείζονα αντίφαση. Αυτό ισχύει με τους πραξικοπηματίες στρατιωτικούς και κάθε παράγοντα οποιαδήποτε ιδιότητα και αν κατέχει εντός του συστήματος. Επειδή με την υπάρχουσα νομολογία που έχει κυριαρχήσει ως πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις, επειδή σε πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ δεν δύναται να προβαίνει κάποιος που δεν είναι πολιτικός εχθρός του υπάρχοντος καθεστώτος και επειδή πολιτικός εχθρός του δεν νοείται κάποιος που υπηρετεί σε αυτό, συνεπώς είναι αντιφατική και άτοπη η θέση ότι το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ που στρέφεται ενάντια στο καθεστώς είναι ένα στρατιωτικό – πολιτικό πραξικόπημα. Και μάλιστα, ότι είναι η μόνη πολιτική πράξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί ενάντια στο καθεστώς. Μέσα σε αυτό το αυτοαναιρετικό σκεπτικό που κατέληξε ο Άρειος Πάγος για να διαμορφώσει το ‘‘πλαίσιο’’ σκέψης, επιχειρηματολογίας και απόφασης του εκάστοτε δικαστηρίου, η κατάληξη είναι η εξής: Αναγνωρίζεται ως ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ μόνο μια πράξη που επί της ουσίας δεν είναι πράξη ενός πολιτικού εχθρού του καθεστώτος (αλλά ενός αποφασιστικού προασπιστή του), αφορίζεται κάθε πραγματική πολιτική δράση ενάντια στο υπάρχον καθεστώς ως ‘‘τρομοκρατία’’ και ‘‘έγκλημα’’ και έτσι θεωρείται ότι ‘‘ατσαλώνεται’’ το ίδιο το καθεστώς θεωρητική, ιδεολογικά, νομικά, και πολιτικά από τους αντιπάλους του. Συνεπώς ως μόνο ‘‘πολιτικό έγκλημα’’ νοείται μόνο η πράξη αυτή που πραγματώνει κάποιος ο οποίος δεν είναι εχθρός του καθεστώτος, αλλά μέρος αυτού. Και η ουσιαστική κατάληξη είναι ότι δεν υπάρχουν πολιτικοί εχθροί ή αντίπαλοι του υπάρχοντος καθεστώτος ενώ πολιτική δράση που στρέφεται ενάντιά του, το απειλεί, το υπονομεύει, δηλαδή πολιτική πράξη που ‘‘υπερβαίνει τον ποινικό νόμο’’ νοείται μόνο αυτή που πραγματώνεται από άτομα που δεν υπάγονται στους πολιτικούς εχθρούς του. Η θέση ότι ‘‘πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία’’ που προβάλλεται καταληκτικά τα τελευταία χρόνια, δεν την ασπάζονταν παλαιότερα πολλοί εκ των καθεστωτικών νομικών. Αντιθέτως, είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι μπορεί η δράση ατόμων με πολιτικό-στρατιωτική ιδιότητα να συνιστά ‘‘πολιτικό έγκλημα’’.

Ειδικά ως προς το πρόσωπο του ‘‘πολιτικού εγκληματία’’, η αδυναμία της συνύπαρξης στο ίδιο πρόσωπο της πολιτικό-στρατιωτικής υπαλληλικής σχέσης με το καθεστώς και του πολιτικού εχθρού του ίδιου του καθεστώτος, είχε εντοπιστεί και αναδειχθεί. Επαναλαμβάνουμε την θέση του Μανωλεδάκη ο οποίος έγραφε: ‘‘Αν ξεκινήσουμε από την λογική αφετηρία ότι ο πολιτικός εγκληματίας είναι εχθρός της κατεστημένης εξουσίας, θα πρέπει απ’ την αρχή (εξ’ ορισμού) να αποκλειστεί ο χαρακτηρισμός αυτός για όλα τα πρόσωπα που είναι ενταγμένα στον υπαλληλοστρατιωτικό μηχανισμό του κράτους. Με την ένταξή τους σ’ αυτόν οι υπάλληλοι – πολιτικοί και στρατιωτικοί – απαλλοτριώνουν κάθε δικαίωμα για δυναμική αντίθεση με το καθεστώς’’. Όσον αφορά την πρότασή του για την επίλυση του προβλήματος αναφορικά με το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, καθώς ορισμός γι’ αυτό δεν υπάρχει στην καθεστωτική νομολογία, ο ίδιος καταλήγει: ‘‘ Οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονται ανάμεσα σε πολιτικές ομάδες και όχι σε άτομα. Τα μέλη αυτών των ομάδων, όταν δρουν μέσα στα πλαίσια των σκοπών τους και παραβαίνουν με την δράση τους τον ποινικό νόμο, έχουν το δικαίωμα να χαρακτηρίζονται πολιτικοί αντίπαλοι και ‘‘πολιτικοί εγκληματίες’’. Ώστε: ‘‘πολιτικός εγκληματίας’’ μπορεί να χαρακτηριστεί ο ενταγμένος σε οργάνωση με πολιτικό σκεπτικό που επιδιώκει, δηλαδή την ανατροπή, μεταβολή, κλονισμό, πίεση του πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος και τελεί αξιόποινες πράξεις, ανταποκρινόμενες στο σκεπτικό αυτό και πρόσφορες για τους σκοπούς αυτούς, εφόσον ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υπαλληλοστρατιωτική ιδιότητα’’. (Μανωλεδάκης: Ποινικό Δίκαιο – Γενική Θεωρία) Όμως, η κυρίαρχη αντίληψη και ο νομικός ‘‘οδηγός’’ για την άρνηση αναγνώρισης του πολιτικού αντιπάλου από το καθεστώς καθορίζεται έως τώρα από την απόφαση του Αρείου Πάγου που προαναφέρουμε. Και η κατίσχυση αυτού του σκεπτικού έναντι κάθε άλλου έγινε παρ’ όλο που είναι πασιφανές ότι πρόκειται για θέση ανεδαφική και αυτοαναιρούμενη. Υπαγορεύεται όμως από μια σημαντική για το ίδιο το υπάρχον καθεστώς πολιτική σκοπιμότητα. Αυτή καταγράφεται ρητώς στο ίδιο σκεπτικό του Αρείου Πάγου με λίγες λέξεις: ‘‘…..τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του συγκεκριμένου σκοπού (εν προκειμένω ‘‘του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας’’) ήταν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη δημοκρατική κοινωνία’’. Με μια απόφαση του ανωτάτου δικαστικού οργάνου του καθεστώτος, αφορίζεται ‘‘οριστικά’’ η αντικαθεστωτική δράση και τα πρόσωπα που την διεξάγουν, αφορίζεται ο πολιτικός αντίπαλος του καθεστώτος, αφορίζεται η ίδια η πολιτική ανυπακοή. Η αντιπροσωπευτική ‘‘δημοκρατία’’ – κατά εμάς αντιπροσωπευτική ολιγαρχία – ανάγεται στο μοναδικό και αναμφισβήτητο πολιτικό σύστημα. Πολιτικός αντίπαλος σε αυτό το καθεστώς ‘‘δεν υπάρχει’’, ενώ ‘‘τίποτα δεν μπορεί να το απειλήσει’’ ουσιαστικά. Η υποτιθέμενη ‘‘απροσφορότητα’’ της αντικαθεστωτικής δράσης, η οποία δεν νοείται αν δεν υπερβαίνει το ποινικό πλαίσιο, προβάλλεται και επιβάλλεται για την εμπέδωση της υπεροπλίας ενός καθεστώτος απέναντι σε όποιον το αμφισβητεί. Έχουμε δηλώσει ήδη πως την προσφορότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα την έχουμε υπερασπιστεί και εντός των δικαστηρίων. Ακόμα και στα ασφυκτικά πλαίσια που ορίζει η δικαστική εξουσία στον ‘‘προσδιορισμό’’ του πολιτικού ‘‘εγκλήματος’’ εξακολουθούμε να διεκδικούμε την διατήρηση της πολιτικής μας ταυτότητας και εντός δικαστηρίων. Ενώ λοιπόν, από την μια η νομολογία της δικαστικής εξουσίας απαιτεί η δράση να είναι πρόσφορη, ικανή να επιφέρει τις αλλαγές που προσδοκά, αρνούμενη ότι η δράση των ένοπλων οργανώσεων – των ως τώρα εξεταζόμενων – είναι όντως πρόσφορες με την κατάληξη ότι ‘‘δεν υπάρχει τίποτα που να απειλεί την «δημοκρατία»’’, σε δικαστήριο που εκδίκαζε την επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του ΔΝΤ, ο εισαγγελέας της έδρας αποφάνθηκε ότι τόσο η δράση αυτής της οργάνωσης συνολικά όσο και ειδικά η ενέργεια αυτή θα μπορούσε επιφέροντας κατάρρευση του κτιρίου όπου είχε τοποθετηθεί το παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο, να προκαλέσει κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος στην χώρα και συνεπώς και της οικονομίας γενικότερα. Αυτή η πρόταση που εμφανώς είχε ως στόχο να αναδείξει την ‘‘επικινδυνότητα’’ του Επαναστατικού Αγώνα και της Ρούπα που δικαζόταν ώστε να στοιχειοθετηθεί η ποινή που ήθελε να προτείνει και που τελικά επέβαλε το δικαστήριο – αυτήν των ισοβίων – κατέληξε στην ουσία στην αποδοχή ότι η δράση του Επαναστατικού Αγώνα γενικά, αλλά και ειδικά η επίθεση ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας και το ΔΝΤ με βάση ακόμα και την στενή αντικειμενική θεωρία όπως αυτή που εκφράστηκε από την απόφαση 1413/2010 του Α.Π. είναι πολιτικό ‘‘έγκλημα’’. Έχουμε λοιπόν το παράδοξο, αφενός να επιχειρείται η αποπολιτικοποίηση της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα – και γενικώς της ένοπλης δράσης – εντός των δικαστηρίων, από την άλλη και ενώ πρόκειται να ‘‘στοιχειοθετηθούν’’ οι υψηλότερες δυνατές ποινές, γίνεται επίκληση χαρακτηριστικών στις πράξεις που εμπίπτουν στις πλέον ‘‘ αυστηρές’’ προδιαγραφές που θέτει η δικαστική εξουσία για το ‘‘πολιτικό έγκλημα’’. Η ‘‘δημοκρατία’’ καμώνεται το ιδανικότερο και απόλυτο πολιτικό σύστημα που δεν χωρά στο εσωτερικό του έμπρακτη πολιτική αμφισβήτηση! Όμως τι ακριβώς είναι αυτή η ‘‘δημοκρατία’’; Μήπως εννοώντας ότι η πολιτική βία υφίσταται ως τέτοια, είναι δικαιολογημένη και αναγνωρίζεται μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα και τυραννίες – άποψη που ασπάζεται η αριστερά – εννοούμε ότι στη σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχουμε ελευθερία; Αυτό το καθεστώς μόνο ως δημοκρατία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η κάθε 4 χρόνια εκλογή εκπροσώπων που σε μόνιμη βάση σφετερίζονται την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αφού μόνο με την εξαπάτηση και το ψέμα αποσπούν ψήφους και αναρριχώνται στην πολιτική εξουσία, όχι μόνο δεν είναι δημοκρατία αλλά παραβιάζει συνταγματικά και το νομικό πλαίσιο στου Συντάγματος στο οποίο βασίζεται. Η παραβίαση αυτής της ‘‘λαϊκής εντολής και βούλησης’’ την οποία υποτίθεται, ότι υπηρετεί το καθεστώς αυτό, γίνεται όλο και πιο έντονη τα τελευταία χρόνια και κορυφαία παραδείγματα έχουμε μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Η επιβολή των μνημονίων που έγινε υπό την ασφυκτική πίεση των κεφαλαιαγορών και των υπερεθνικών θεσμών και οργανισμών (Ε.Ε, ΕΚΤ, ΔΝΤ), προϋπέθετε την παραβίαση του Συντάγματος που υπήρξε το πρώτο ‘‘θύμα’’ του. Το μνημόνιο ‘‘πέρασε’’ με την εξουσιοδότηση του υπουργού Οικονομικών, ο οποίος θα είχε από τότε και στο εξής την εξουσία να υπογράφει νέα μνημόνια, συμφωνίες και δανειακές συμβάσεις, οι οποίες θα εισάγονται στην Βουλή ‘‘για συζήτηση και ενημέρωση’’ και όχι για κύρωση. Όπως προβλέπει ο νόμος 3847/ 2010 οι ‘‘συμβάσεις αυτές θα ισχύουν και θα εκτελούνται από της υπογραφής τους’’. Η εξουσιοδότηση αυτή προσκρούει: α) στο άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι Συνθήκες ‘‘που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες’’ δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που να τις κυρώνει. β) παραιτείται με την δανειακή Σύμβαση το ελληνικό κράτος από ασυλίες ‘‘λόγω κυριαρχίας’’. Την παραίτηση αυτή προβλέπει η δανειακή Σύμβαση της 8/5/2010 όπου σε περίπτωση στάσης πληρωμών, μπορούν οι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος στοιχείων όχι μόνον της ιδιωτικής, αλλά και της δημόσιας περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον ‘‘πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας’’. Το παραπάνω κατά πολλούς συνταγματολόγους και νομικούς δεν προβλέπεται ούτε με βάση το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος. Επίσης, είναι αντισυνταγματικές πολλές ρυθμίσεις που επεβλήθησαν με επί μέρους ‘‘εκτελεστικούς νόμους’’ του μνημονίου όπως η περικοπή των συντάξεων και επιδομάτων, η αύξηση ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση, η επιβολή έκτακτων φορολογικών εισφορών, η πρόσφατη πρακτική των κατασχέσεων κ.α. Οι περισσότερες από αυτές προσκρούουν στο ‘‘κεκτημένου του κοινωνικού κράτους δικαίου’’ όπως αυτό παρουσιάζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, ακυρώνουν τα άλλα κοινωνικά δικαιώματα του ‘‘κατοχυρώνει το ισχύον Σύνταγμα’’ στα άρθρα 21, 22, 23, προσκρούουν στο άρθρο 4 παρ.1, 2, 5 καθώς η επιβολή των μέτρων γίνεται προς το συμφέρον μειοψηφιών και εις βάρος του γενικού συμφέροντος και οξύνουν τις ανισότητες στην κοινωνία, όπως και στο άρθρο 17 παρ. 1 για την ιδιοκτησία. Με το δημοψήφισμα και την παραβίαση της ρητής λαϊκής εντολής με το πλειοψηφικό ΟΧΙ στην δανειακή Σύμβαση του 2015, παραβιάστηκαν τα άρθρα 52, 1παρ. 2 και 3 και 25 παρ. 3. Συστηματικά παραβιάζεται το άρθρο 2 παρ.1, το άρθρο 4 παρ. 2 και το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, τα οποία συνιστούν κενό γράμμα για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Οι σύγχρονες κυβερνήσεις στην Ελλάδα στηρίζονται σε ψήφους που προέρχονται από μειοψηφικά τμήματα του πληθυσμού. Η πλειοψηφία της κοινωνίας (60%) απέχει από τις εκλογικές διαδικασίες. Συνεπώς και το ίδιο το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σήμερα δε στηρίζεται ούτε καν από την προσέλευση στις κάλπες από την κοινωνική πλειοψηφία. Οι δε κυβερνήσεις στηρίζονται σε ποσοστά που δεν ξεπερνούν το 12% του εκλογικού σώματος, ενώ με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις η τωρινή κυβέρνηση στηρίζεται από το 6% του εκλογικού σώματος! Με βάση αυτό το ποσοστό είναι κατοχυρωμένη να περνάει τα μέτρα εξόντωσης της κοινωνίας; Επειδή μας έχουν κατηγορήσει σε δικαστική αίθουσα, ως αυτόκλητους υπερασπιστές της κοινωνίας, απαντάω πως δεν είμαστε εμείς αυτόκλητοι, αλλά αυτοί που κατέχουν την εξουσία με την ψήφο μιας αισχράς μειοψηφίας και επιβάλλουν τα μέτρα κοινωνικής ευθανασίας που τους υπαγορεύει η οικονομική ελίτ και οι υπερεθνικοί μηχανισμοί της ΕΚΤ, του ΔΝΤ, της ΕΕ, και του ESM. Αυτούς τους μηχανισμούς κανένας δεν τους εκλέγει και μια αισχρά πλειοψηφία πλουσίων είναι οι πραγματικοί κυρίαρχοι σε κάθε χώρα, της οποίας οι κυβερνήσεις επικυρώνουν και επιβάλλουν δια πυρός και σιδήρου τα μέτρα εξόντωσης της κοινωνίας που συνιστούν προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του χτυπημένου από την κρίση συστήματος. Εμείς δεν είμαστε αυτόκλητοι υπερασπιστές της κοινωνίας είμαστε η ψυχή αυτής της κοινωνίας. Προερχόμαστε από τα σπλάχνα της, ζούσαμε και ζούμε μέσα στην καρδιά της κοινωνικής αδικίας. Προερχόμαστε από χαμηλά και προλεταριακά κοινωνικά στρώματα και έχουμε πλήρη συνείδηση της ταξικότητας αυτού του πολέμου που διεξάγεται τη τελευταία περίοδο με θύματα εκατομμύρια ανθρώπους στην χώρα. Η χούντα της οικονομικής ελίτ και της πολιτικής εξουσίας δεν είναι δημοκρατία. Εμείς είμαστε οι προασπιστές της πραγματικής δημοκρατίας, της άμεσης δημοκρατίας. Και αν μπορούσε να γίνει ένα δημοψήφισμα χωρίς ο κόσμος να φοβάται – γιατί ο κοινωνικός φόβος είναι ο μόνος παράγοντας που κρατάει το σύστημα όρθιο αυτή την περίοδο, αφού συναίνεση στο καθεστώς πλέον δεν υπάρχει – το ποσοστό του 35% που είχε βγει από δημοσκόπηση ηλεκτρονικής εφημερίδας με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων το 2009 και που δήλωνε ότι είναι δικαιολογημένη η ένοπλη δράση, θα είναι στις μέρες μας πολύ υψηλότερο. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την πλέον χαώδη απόσταση ανάμεσα στα συμφέροντα των λίγων οικονομικά ισχυρών και της κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία πεθαίνει για να επιβιώσουν οι οικονομικές ελίτ. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων είναι από τις μεγαλύτερες – αν όχι η μεγαλύτερη – στην ιστορία. Το κράτος καταπατώντας τους νόμους που το ίδιο θεσπίζει, είναι στο πλευρό των ισχυρών και ενάντια στην κοινωνική πλειοψηφία. Αυτός είναι ο ιστορικός του ρόλος. Και σε αυτόν τον ρόλο υπάγεται και η δικαστική εξουσία αναλαμβάνοντας ρόλο εκτελεστή του πολιτικού αντιπάλου του καθεστώτος.

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα όπως και η ένοπλη δράση γενικότερα θα έπρεπε να δικάζεται από μικτά ορκωτά και όχι από ειδικά δικαστήρια. Όσον αφορά τον Επαναστατικό Αγώνα, αυτός πληροί τόσο τις προϋποθέσεις της θεωρίας περί μικτού πολιτικού εγκλήματος, όσο και αυτής της ‘‘αντικειμενικής’’ ακόμα και της επικαλούμενης ‘‘στενής αντικειμενικής θεωρίας’’. Όσον αφορά την εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων που αφορούν αυτή την διαδικασία, αυτές άπτονται σε προπαρασκευαστικές πράξεις μιας ευρύτερης πολιτικής προοπτικής του Επαναστατικού Αγώνα έτσι όπως αυτή έχει εκφραστεί κατ’ επανάληψη από την οργάνωση, αλλά και από εμάς ατομικά. Για όλα τα παραπάνω πιστεύουμε πως το δικαστήριο είναι αναρμόδιο να μας δικάσει και ζητάμε να δικαστούμε από μικτό ορκωτό, κατ’ άρθρο 97 Σ.

Πόλα Ρούπα – Νίκος Μαζιώτης μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

** Η δίκη θα συνεχιστεί στις 23 Νοεμβρίου 2018 με τις ενστάσεις του Επαναστατικού Αγώνα για την εκκρεμοδικία-δεδικασμένο που αφορά την κατηγορία της συγκρότησης – διεύθυνσης για την οποία κατηγορείται για 3η φορά η συντρόφισσα Ρούπα και για την αοριστία του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά τον σύντροφο Μαζιώτη σε σχέση με την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας καθώς επίσης και με τις τοποθετήσεις των συντρόφων του Επαναστατικού Αγώνα για το κατηγορητήριο, οι προφορικές τοποθετήσεις των συντρόφων τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου για την ένσταση όσο και για την αποβολή της πολιτικής αγωγής των τραπεζών, θα απομαγνητοφωνηθούν και θα δημοσιοποιηθούν αργότερα.

Αλληλέγγυοι/ες στον Επαναστατικό Αγώνα

 

Posted in 5Η ΔΙΚΗ Ε.Α - ΕΝΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Νίκος Μαζιώτης, Πόλα Ρούπα | Leave a comment

Η 5η δίκη κατά του ΕΑ, η σημασία της απόπειρας απόδρασης και ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη

https://athens.indymedia.org/post/1592230/

από Αναρχικοί/ες με μνήμη

18/10/2018 4:32 μμ.

Η απόπειρα απόδρασης που επιχειρήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2016 από την Πόλα Ρούπα πρόκειται για μια κορυφαία πράξη αντίστασης και αλληλεγγύης, που συνοδεύεται από τον αξιακά διδακτικό της χαρακτήρα. Τα νοήματα, οι συμβολισμοί και η σπουδαιότητα της δράσης δεν αναλύθηκαν και πιστεύουμε δεν κατανοήθηκαν ποτέ απ’την πλειοψηφία του κινήματος.

 

Η 5η δίκη κατά του ΕΑ, η σημασία της απόπειρας απόδρασης και ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη

Την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου ξεκίνησε μια ακόμα δίκη κατά του επαναστατικού αγώνα. Συγκεκριμένα εκδικάζεται η υπόθεση που αφορά την απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο από τις φυλακές του Κορυδαλλού, για την οποία και ανέλαβε την πολιτική ευθύνη η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα. Κατηγορούμενος για την ίδια υπόθεση είναι και ο σύντροφος του ΕΑ Νίκος Μαζιώτης (ηθική αυτουργία), καθώς και κρατούμενοι που θα έκαναν χρήση της ευκαιρίας να αποδράσουν. Στην ίδια δίκη εκδικάζονται απαλλοτριώσεις τραπεζών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο δράσης του ΕΑ, κατηγορίες που αφορούν την κατοχή όπλων και εκρηκτικών, ενώ κατηγορούμενοι επίσης είναι η αναρχική Κωνσταντίνα Αθανασοπούλου που συνελήφθη στις 5 Ιανουαρίου 2016 στα πλαίσια της κρατικής εκστρατείας κατά του Επαναστατικού Αγώνα και ένα ακόμα άτομο.

Η απόπειρα απόδρασης που επιχειρήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2016 από την Πόλα Ρούπα πρόκειται για μια κορυφαία πράξη αντίστασης και αλληλεγγύης, που συνοδεύεται από τον αξιακά διδακτικό της χαρακτήρα. Τα νοήματα, οι συμβολισμοί και η σπουδαιότητα της δράσης δεν αναλύθηκαν και πιστεύουμε δεν κατανοήθηκαν ποτέ απ’την πλειοψηφία του κινήματος. Η βαθύτερη κατανόηση της σημασίας της συγκεκριμένης απόπειρας απόδρασης, δεν μπορεί να υπάρξει από την καταγραφική και μόνο αναφορά του γεγονότος, ούτε από την μονολεκτική υπογράμμιση των αξιών που εκπέμπει. Αντίθετα είναι αναγκαίο να αντιληφθούμε τα συνολικότερα δεδομένα, όπως το γεγονός ότι η επιχείρηση σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε ώστε να αποδράσουν και μέλη διαφορετικής οργάνωσης, με εντελώς ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά και ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία και βέβαια να ερμηνεύσουμε τι συνέβη μετά, ποια στάση κρατήθηκε από όλες τις πλευρές, πως η πολιτική και αξιακή διαχείριση των αντιπαραθέσεων, η προϊστορία και οι προεκτάσεις τους, αντανακλούν μια πολύ γενικότερη συνθήκη μέσα στο κίνημα.

Την εποχή λοιπόν που επιχειρήθηκε η απόδραση, είχε αρχίσει ήδη να παγιώνεται μια συνθήκη ήττας και οπισθοχώρησης στο κίνημα και ταυτόχρονα να ενσαρκώνεται σταδιακά η κυριαρχία συγκεκριμένων τάσεων στο εσωτερικό του με την παράλληλη γέννηση νέων, ως αποτέλεσμα των ανακατατάξεων που έφερε η άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας στην πολιτική διαχείριση. Η απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων την άνοιξη του 15’ είχε αναδείξει με έντονο και αποκαλυπτικό τρόπο τις διαφορετικές οπτικές και τις αντιθέσεις για τον ρόλο της κυβέρνησης του σύριζα, παράλληλα με μια σειρά δηλώσεων εκείνης της εποχής όπως “δεν θα κάνουμε πορείες ενάντια στον σύριζα”[1] ή “δε θεωρούμε ότι ο Πανούσης έδωσε εντολή την Παρασκεύη να επιτεθούν στο ΒΟΞ αλλά ούτε καν οι ανώτεροι αξιωματικοί της αστυνομίας. Η χακί φασιστική πλέμπα ξαμολύθηκε και πήρε την πρωτοβουλία”[2].

Όλες αυτές οι δηλώσεις είχαν διαμορφώσει ένα κλίμα αντιπαράθεσης που τροφοδοτούνταν με κάθε ευκαιρία. Οι αυταπάτες για την “κυβέρνηση της αριστεράς” δεν αντανακλούσαν μόνο στο πεδίο της αλησμόνητης διαπραγμάτευσης “Βαρουφάκη” όπου οι δράσεις συλλογικοτήτων αποσιωπούσαν προκλητικά τον χαρακτήρα της ελληνικής κυβέρνησης και τον ρόλο της ελληνικής αστικής τάξης, στοχοποιόντας το “γερμανικό κεφάλαιο” ως αποκλειστικά υπαίτιο των μνημονιακών προγραμμάτων[3]. Οι αυταπάτες είχαν εισχωρήσει σε κάθε διεκδικητικό πλαίσιο και κάθε ζήτημα. Ενδεικτική είναι η αντίληψη του ΔΑΚ (δίκτυο αγωνιστών κρατουμένων) στο απολογιστικό κείμενο που δημοσίευσε για την απεργία πείνας: “ο σχεδιασμός μας λοιπόν βασίστηκε στην αλλαγή κυβέρνησης, αλλά παράλληλα ενυπήρχε ο «κίνδυνος» σύντομης «στροφής» του ΣΥΡΙΖΑ προς το συντηρητικότερο.”[4]

Τότε, η ξεκάθαρη θέση του συντρόφου Νίκου Μαζιώτη απέναντι στον σύριζα, τις παραφυάδες του και τις αυταπάτες των ημερών, ήταν η αρχή για την πολιτική του απομόνωση. Ήταν η αρχή για να χαρακτηριστεί δόλια ως “γραφικός”, αφού η “γραφικότητά” του δεν άφηνε περιθώρια για συμβιβασμούς και συνδιαλλαγές. Είναι περίπου η ίδια περίοδος που το πρώην μέλος του ΕΑ Κώστας Γουρνάς, δηλώνει πως ο σύριζα “έχει αυθεντικές αγωνίες για έναν δίκαιο κόσμο” και ότι “δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κυβέρνηση σύριζα θα ήθελε να αποφύγει ένα νέο μνημόνιο, ότι θέλει να ελαφρύνει τους φτωχούς και τους αδύναμους”.[5] Απέναντι σε τέτοιες λογικές, η άκαμπτη στάση του Μαζιώτη ήταν αυτονόητο να μην μπορεί να συνυπάρξει με αυτά τα κομμάτια του “χώρου”, τα οποία στην πλειοψηφία και όχι τυχαία, δεν επέλεξαν ποτέ να απαντήσουν πολιτικά ούτε στον ΕΑ ούτε σε άλλα κομμάτια του κινήματος για την στάση τους απέναντι στον σύριζα, ούτε την περίοδο της κυβερνητικής διαπραγμάτευσης, ούτε του δημοψηφίσματος. Επέλεξαν να σιωπήσουν, να περιορίσουν την έκφραση των διαφωνιών στα καφενεία, τα κουτσομπολιά. Και συνακόλουθα, δεν άργησαν να ξεκινήσουν την διασπορά λάσπης και την εξαπόλυση ενός ανήθικου πολέμου.

Την περίοδο της μαζικής απεργίας πείνας, τα κύρια ερωτήματα που απασχολούσαν κομμάτια του αναρχικού χώρου αφορούσαν κυρίως την κυβέρνηση του σύριζα, αλλά και τα ξεχωριστά διεκδικητικά πλαίσια των πολιτικών κρατουμένων. Ιδιαίτερο προβληματισμό είχε προκαλέσει η απεργία πείνας των μελών της ΣΠΦ. Τότε ακόμα η ΣΠΦ εξακολουθούσε να θεωρείτε μια ένοπλη οργάνωση με αναρχοατομικιστικά και μηδενιστικά χαρακτηριστικά, που είχε ως αδιαπραγμάτευτη θέση το “ούτε χιλιοστό βήμα πίσω”. Και αν για το πρώτο σκέλος υπήρχε δίκαια η διαφωνία και η διαπάλη, το δεύτερο ήταν αιτία να σταθούμε αλληλέγγυα, όχι με όχημα απλουστευτικές απόψεις του τύπου “μας ενώνει το ένοπλο και οι βίαιες πρακτικές αγώνα” που είναι απόψεις απολίτικες και καταστροφικές, ούτε στο όνομα μιας κακοχωνεμένης “πολυμορφίας” και “πολυτασικότητας”. Ήταν αιτία να σταθούμε αλληλέγγυα γιατί η μέχρι τότε στάση της ΣΠΦ απέναντι στους διωκτικούς μηχανισμούς ήταν ή τουλάχιστον φάνταζε ως αξιοπρεπής και έμοιαζε να είχε σφυρηλατηθεί μέσα από απεργίες πείνας και μάχες, που αναντίρρητα καμία σχέση και αντιστοιχία δεν έχουν π.χ. με τα πεπραγμένα της σημερινής επιτροπής “αγώνα”.

Παρόλα αυτά, η φαινομενικά ορθή αξιακά στάση των μελών της σπφ απέναντι στους διωκτικούς μηχανισμούς δεν ήταν και καύσιμο συμπαράστασης την περίοδο της απεργίας, η οποία δεν κινητοποίησε το σύνολο του κινήματος. Το μούδιασμα και η αμηχανία απέναντι στην σπφ έκρυβε επιφυλάξεις για τις πιο “προωθημένες” μορφές πάλης, συμπύκνωνε την ρεφορμιστική εναντίωση στις ένοπλες οργανώσεις και δεν ήταν απλά και μόνο μια απαξίωση του μηδενισμού και του αναρχοατομικισμού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πλασαριζόταν ως τέτοια. Μάλιστα αυτοί που απαξίωναν τότε την σπφ (σήμερα κάποιοι από αυτούς έγιναν πολιτικοί “φίλοι” με μέλη της) κατηγορούσαν ως “φιλομηδενιστές” και “ασόβαρους” όσους της συμπαραστέκονταν.

Επειδή όμως ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη είναι ανεκτίμητος για ένα κίνημα, υπενθυμίζουμε ποιος ήταν αυτός που με ανιδιοτέλεια υπερασπίστηκε τα μέλη της σπφ απέναντι στην απαξίωση της απεργίας πείνας που πραγματοποιούσαν για την αποφυλάκιση των συγγενών τους. Σε ανοιχτή εκδήλωση στην κατάληψη της πρυτανείας, ο Νίκος Μαζιώτης ήταν αυτός που ωρυόταν απέναντι στους φορείς που ήθελαν την αποσιώπηση της απεργίας ή εκείνους που ενδεχομένως να χαίρονταν αν πέθαινε κάποιο μέλος της σπφ. Τα ηχητικά υπάρχουν και μπορεί να ανατρέξει σε αυτά ο καθένας. Ο τρόπος με τον οποίο το μέλος του ΕΑ τους υπερασπίζεται, είναι ο ορισμός της ανιδιοτέλειας ή για να το θέσουμε διαφορετικά, μόνο να “χάσει” είχε. Άραγε τα μέλη της ΣΠΦ θα έπρατταν το ίδιο; Το ερώτημα αυτό αν είχε διατυπωθεί νωρίτερα, ίσως να είχαν αποφευχθεί και οι επιζήμιες συνεργασίες.

Για τα ζητήματα που ανέκυψαν στην μαζική απεργία πείνας είχε τοποθετηθεί εκτενώς και η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, με επίκαιρο κείμενο που δημοσίευσε μέσα σε συνθήκες παρανομίας. Και όσον αφορά τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του κινήματος σχετικά με τον σύριζα και σχετικά με την σπφ. Συγκεκριμένα έγραφε: “Και όποια διαφωνία ή κριτική να προβάλλει κανείς ενάντια στις επιλογές ενός απεργού πείνας ή της ομάδας που ανήκει, το γεγονός ότι αυτός φτάνει το κατώφλι του θανάτου και δεν συγκινεί αυτούς οι οποίοι θεωρούν εαυτούς ότι διαθέτουν «τα υγιή αντανακλαστικά που οφείλει να έχει η κοινωνία» και ισχυρίζονται ότι είναι οι «τιμητές της υγιούς, αμφίδρομης αλληλεγγύης», δείχνει τουλάχιστον υποκρισία.”[6] Η συντρόφισσα ορθά τα έλεγε, η ιστορία δυστυχώς απέδειξε πως οι πεποιθήσεις αυτές δεν ήταν αμφίδρομες. Με την Πόλα και τον Νίκο σε θέση απεργών πείνας τα πρόσωπα αυτά όχι μόνο δεν υιοθέτησαν την θέση αυτή, αντίθετα τους σαμπόταραν με κάθε τρόπο και ευκαιρία. Έφτασαν στο σημείο σε δημόσιες τηλεφωνικές επικοινωνίες, μέλη της σπφ (η Όλγα Οικονομίδου συγκεκριμένα) να αμφισβητούν το αν ο Μαζιώτης βρισκόταν σε απομόνωση (!) παρουσιάζοντας ως “απόδειξη” τους ισχυρισμούς και την “φιλαλήθεια” του συντρόφου Κώστα Γουρνά! [7].

Όσο παράλογο, εξωπραγματικό και προφανώς ανήθικο κι αν είναι, δύο χρόνια μετά παρατηρούμε ότι αυτοί που οι σύντροφοι του ΕΑ υπερασπίζονταν με νύχια και με δόντια την άνοιξη του 15’ και αργότερα βοήθησαν προκειμένου να αποδράσουν, οργανώνουν μαφιόζικες ενέδρες εναντίων τους. Και αν το αρνήθηκαν για την επίθεση στον Μαζιώτη, δεν δίστασαν να αναλάβουν την ευθύνη για τις επιθέσεις στις γυναικείες και κατά της Ρούπα. Αντιγράφουμε από κείμενο της επιτροπής “αγώνα”: “φαίνεται πως οι πολλές «συναντήσεις» του κεφαλιού της με τον τοίχο, θόλωσαν (για άλλη μια φορά) την κρίση της, μπερδεύοντας την αλήθεια με αυτά που ΘΑ ΗΘΕΛΕ να είναι αλήθεια”.

Το παραπάνω απόσπασμα από την κατάπτυστη ανακοίνωση της επιτροπής “αγώνα” είναι μια έκφραση χυδαίου αμοραλισμού και σίγουρα δεν είναι μια “πολιτική” ανακοίνωση που αφορά μια πολιτική σύγκρουση. Είναι η απόλυτη παρακμή. Αυτά τα “ήθη” και αυτά τα “υφάκια” βρήκαν ευνοϊκό έδαφος να εκδηλωθούν από την απουσία ομόφωνης καταδίκης του κινήματος. Οι συντάκτες του παραπάνω λιβελογραφήματος εκμεταλλεύτηκαν τις απόψεις που αναδύθηκαν στο κίνημα την περίοδο που η αντιπαράθεση είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της (κατά την απεργία πείνας των Μαζιώτη και Ρούπα τον Νοέμβρη 17’), με κορυφαία “δεν παίρνουμε θέση σε αντιπαραθέσεις μεταξύ κρατουμένων” ή τις στάσεις ορισμένων μέσων αντιπληροφόρησης όπως του 98fm, που κατέβαζαν ηχητικά για να αποκρύψουν τα γεγονότα του εφετείου του Ιουνίου του 2017 κατόπιν εντολής. Αδιαμφισβήτητα, οι σιωπές και η “ουδετερότητα” είχαν ως αποτέλεσμα την τόνωση της αυτοπεποίθησης των θρασύδειλων που οργάνωσαν την ενέδρα κατά του Μαζιώτη και την επίθεση στο υπόγειο των γυναικείων φυλακών. Αν ο αναρχικός χώρος είχε πάρει θέση εξαρχής, τότε που δημιουργούνταν το κλίμα με το “ανεπιθύμητος σε όλες τις πτέρυγες”, πιθανά να είχαν αποφευχθεί τα όσα ακολούθησαν, για τα οποία ευθύνες έχουν και οι πολιτικοί κρατούμενοι που δεν καταδίκασαν τα συμβάντα και μέχρι σήμερα δεν έχουν πει κουβέντα, είτε για λόγους δημοσίων σχέσεων και “για να τα έχουνε καλά” με κάποιους/ες, είτε εξαιτίας της έλλειψης εκείνων των ηθικών αξιών που συνάδουν σε αναρχικούς/ες.

Στον αντίποδα της ηθικής παρακμής, η επιχείρηση απόδρασης του Νίκου Μαζιώτη και των υπόλοιπων κρατουμένων που σχεδιάστηκε και εκπονήθηκε από την συντρόφισσα Ρούπα το 2016, απορρέει όλες εκείνες τις αξίες που μας καθιστούν αναρχικούς, πολέμιους της βαρβαρότητας και των “αξιών” της καπιταλιστικής κοινωνίας και του κράτους. Ήταν μεταξύ άλλων η απόδειξη ότι η αλληλεγγύη του ΕΑ προς τους πολιτικούς κρατουμένους δεν ήταν υποκριτική, δεν είχε “πίσω σκέψεις” και δεν σκόπευε σε κάτι περισσότερο από την έκφραση των πιο αυθεντικών αναρχικών αξιών της αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας. Η Ρούπα ρίσκαρε την ζωή της για να δραπετεύσουν και αυτοί που τώρα την αναφέρουν ως “άτομο” στα απολιτίκ κείμενά τους για την ίδια υπόθεση. Ρίσκαρε την ζωή της λειτουργώντας βάση αυστηρών ηθικών κανόνων για να απελευθερώσει άτομα που είναι φυλακισμένα για την πολιτική τους δράση, αδιαφορώντας για τις τεράστιες και αγεφύρωτες διαφορές με τις μηδενιστικές τους απόψεις. Αυτά έχουν γραφτεί στην ιστορία και δεν αλλάζουν.

Εάν είχε πετύχει η απόδραση, σήμερα θα μιλούσαμε με τελείως διαφορετικούς όρους. Η δράση αυτή θα είχε μεγάλο αντίκτυπο στο κίνημα και την τροφοδότηση της επαναστατικής προοπτικής. Δεν θα άνοιγε μόνο τον δρόμο για την συνέχιση και ανανέωση της επαναστατικής δράσης, αλλά θα ωθούσε την αυτοπεποίθηση όλων των αγωνιστών, θα είχε σημαντική επίδραση στο πτοημένο ηθικό του κινήματος σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής και ταξικής ήττας, οπισθοχώρησης και νηνεμίας. Η επιτυχία του σχεδίου απόδρασης θα ήταν μια βαθιά στρατιωτική και επικοινωνιακή ήττα για το καθεστώς. Θα αμφισβητούσε στην πράξη την παντοδυναμία και το “πάνω χέρι” του κράτους στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο, σε βαθμό που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλους τριγμούς και ανακατατάξεις στην κυβερνητική εξουσία. Αναμφίβολα η θητεία του συριζα δεν θα ήταν ίδια, ενδεχομένως το ξεφτίλισμα του κρατικού μηχανισμού σε αυτή την πολιτική συγκυρία να ήταν τέτοιο που θα οδηγούσε σε μαζικές παραιτήσεις, καθαιρέσεις και αλλαγές στρατηγικής, καθώς o σύριζα θα έχανε σημαντικά ερείσματα στην αστική τάξη.

Σε κάθε περίπτωση γνωρίζουμε ότι η ιστορία ποτέ δεν γράφτηκε με το “αν”, το “ενδεχομένως”, το “θα έπρεπε”. Το παρελθόν είναι παρελθόν και δεν πρέπει ο εγκλωβισμός σε αυτό να οπισθοδρομεί την επαναστατική σκέψη, να νεκρώνει τα αισθητήρια και να μπλοκάρει την εξέλιξη του αγώνα, ούτε και η διαγραφή του να αγνοεί την ιστορία και τα διδάγματα της. Η κριτική εξέταση του παρελθόντος, η ερμηνεία των λαθών, η άντληση συμπερασμάτων για το ξεπέρασμα τους, η δυνατότητα του απολογισμού και της αυτοκριτικής είναι πολύτιμα και απαραίτητα εργαλεία για τους αγωνιστές και τους επαναστάτες. Το ίδιο πολύτιμη είναι και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, το πλεονέκτημα να θυμόμαστε τον λόγο και τα πεπραγμένα του καθενός, γιατί αυτά είναι αδιάσπαστα στοιχεία της διαδρομής του.

Η νέα δίκη κατά του ΕΑ που ξεκίνησε την Παρασκευή, έχει την ιδιαίτερη πολιτική σημασία της όχι μόνο για τους λόγους που προαναφέραμε. Κάθε δίκη κατά του Επαναστατικού Αγώνα έχει μεγάλα πολιτικά διακυβεύματα, τόσο για το κράτος, τους μηχανισμούς του και την άρχουσα τάξη, όσο και για εμάς. Ξέρουμε ότι για ακόμα μια φορά θα ορθωθεί η αδιάλλακτη στάση των συντρόφων, η σθεναρή υπεράσπιση της πολιτικής δράσης της οργάνωσης απέναντι στην προσπάθεια του κρατικού μηχανισμού να την υποβαθμίσει και να την αποπολιτικοποιήση, συμψηφίζοντας την με το κοινό ποινικό δίκαιο. Η τακτική του κρατικού μηχανισμού να αποκόβει τα πολιτικά κίνητρα απ’ την επαναστατική δράση, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την προσπάθεια της αστικής δημοκρατίας να ξεφορτωθεί τους πολιτικούς της αντιπάλους, να διαχύσει ως θέσφατο πως “δεν έχει αντιπάλους” και ότι οι φυλακίσεις, οι μακροχρόνιες ποινές, η συνέχιση του πολέμου κατά των αγωνιστών και μετά την αιχμαλωσία τους, θα είναι η νομοτελειακή συνέπεια της επιλογής τους να αμφισβητήσουν τα καθεστωτικά θέσφατα.

Η δράση του Επαναστατικού Αγώνα, οι θέσεις και οι εκτιμήσεις του για την καπιταλιστική κρίση και τα αδιέξοδά της, η επιμονή του για την οργάνωση ενός επαναστατικού κινήματος, η θέση του για την αναγκαιότητα δημιουργίας αναρχικού επαναστατικού προγράμματος για την αυριανή κοινωνία είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Τα ζητήματα που έχει ανοίξει ο Επαναστατικός Αγώνας σε αυτή την μακρόχρονη, αδιαχώριστη και ενιαία διαδρομή του, αποτελούν μια ανεκτίμητη συμβολή στο αναρχικό κίνημα και θα πρέπει κάποτε να τεθούν στην ημερήσια διάταξη, να συζητηθούν, να ανοίξουν τον δρόμο για την σύνθεση και συνδιαμόρφωση ενός επαναστατικού σχεδίου για την καθεστωτική ανατροπή και την επίτευξη της αταξικής/αναρχικής κοινωνίας.

Οι ισχυροί δεν έχουν νικήσει τον πόλεμο, η ήττα και η απάθεια είναι συνθήκες ιστορικά προσωρινές και οι αγωνιστές επιτάσσεται να προετοιμάσουν τους όρους της κοινωνικής και ταξικής αντεπίθεσης. Η κρίση του συστήματος ολοένα και οξύνεται, η κοινωνική βάση εξακολουθεί μαζικά να εξαθλιώνεται για την σωτηρία της κερδοφορίας του κεφαλαίου, η κρίση προχωράει σε κάθε σημείο του πλανήτη, ο καπιταλισμός φανερώνει το πιο αληθινό του πρόσωπο που είναι αιμοσταγές και αδηφάγο, οι διακρατικοί ανταγωνισμοί θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε νέους και πιο γενικευμένους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η οργάνωση και ο αγώνας για την επανάσταση είναι η μόνη προοπτική να τους σταματήσει, να τους ανατρέψει και να τους συντρίψει.

ΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟΣ ΜΑΖΙΩΤΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΙ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΗ, ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΤΑΞΙΚΗΣ/ΑΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Αναρχικοί/ες με μνήμη

Παραπομπές

[1] Οι 50 αποχρώσεις του Σύριζα (ανακοίνωση Κ*ΒΟΞ): https://athens.indymedia.org/post/1539831/

[2] Κείμενο συντρόφων του Κ*ΒΟΞ για τα γεγονότα της Παρασκευής 7 Φλεβάρη: https://athens.indymedia.org/post/1539574/

[3] Ενδεικτικό είναι το κάλεσμα ομάδων σε πορεία προς την γερμανική πρεσβεία, όπου σε κανένα σημείο δεν υπάρχει αναφορά στον ρόλο της κυβέρνησης του σύριζα, ενώ παραμερίζεται και ο κερδοσκοπικός και εκμεταλλευτικός χαρακτήρας της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία σύμφωνα με τους διοργανωτές έχει προσδεθεί στα ευρωπαϊκά μονοπώλια με σκοπό “να εξυπηρετήσει πρώτα τα δικά τους συμφέροντα επιδιώκοντας παράπλευρα δικά της οφέλη”(sic) https://athens.indymedia.org/post/1543329/

[4] Κείμενο απολογισμού της απεργίας πείνας από το Δ.Α.Κ. https://athens.indymedia.org/post/1544233/

[5] Κώστας Γουρνάς: Το στρατηγικό αδιέξοδο της κυβέρνησης της Αριστεράς και η μεγάλη ευκαιρία της Αναρχίας. https://athens.indymedia.org/post/1543393/

[6] Επίκαιρη ανάλυση της καταζητούμενης συντρόφισσας Πόλας Ρούπα , μέλους του Επαναστατικού Αγώνα: https://athens.indymedia.org/post/1549196/

[7] Τοποθέτηση της Όλγας Οικονομίδου, μέλος της Σ.Π.Φ. ενάντια στον νέο σωφρονιστικό κώδικα, στην Συνέλευση Αλληλεγγύης στον αγώνα των κρατουμένων ενάντια στο νέο σωφρονιστικό κώδικα, Παρασκευή 24 Νοέμβρη 2017: https://www.youtube.com/watch?v=j_QcdoUR3eA

 

Posted in 5Η ΔΙΚΗ Ε.Α - ΕΝΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ | Leave a comment

ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ: Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΣΤΙΣ 12/10/2018.

 

https://athens.indymedia.org/post/1591850/

 

από Νίκος Μαζιώτης-Πόλα Ρούπα

04/10/2018 9:17 μμ.

 

….”.Η Κοινωνική Επανάσταση δεν είναι τελικά, τίποτα λιγότερο από τον θρίαμβο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Όσο για την προάσπιση, την προπαγάνδιση, την προώθηση αυτής της αξίας, απαιτείται η επίγνωση ότι έξω από το ανατρεπτικό πλαίσιο δράσης, έξω από τον αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση, αλληλεγγύη για τους ένοπλους αγωνιστές δεν νοείται. Γιατί για εμάς η αλληλεγγύη ή θα είναι επαναστατική ή δεν είναι τίποτα. Θα υπερασπιστώ την επαναστατική αλληλεγγύη ως την βάση για την ανάπτυξη των υποκειμενικών συνθηκών που θα βοηθήσουν ώστε η κοινωνική επανάσταση να γίει πραγματικότητα. Θα υπερασπιστώ την επαναστατική αλληλεγγύη ως την βάση για τον τελικό θρίαμβο της κοινωνικής αλληλεγγύης”……. .” Στο δικαστήριο αυτό θα έπρεπε να δικάζομαι μόνη μου. Η κατηγορία περί ηθικής αυτουργίας που προσάπτεται στον Ν. Μαζιώτη και στους υπόλοιπους κατηγορούμενους είναι γελοία αφού συνυπάρχει με την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης τρομοκρατικής οργάνωσης’’ με την οποία έρχομαι για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη. Πέραν δηλαδή του άτοπου και άστοχου της απόπειρας των δικαστικών αρχών να προσάψουν σε άλλους την ευθύνη για την απόφασή μου να επιχειρήσω την απόδραση, γεγονός που είναι εντελώς ασυμβίβαστο με τα πολιτικά και προσωπικά χαρακτηριστικά μου, είναι πράγματι, αστείο να επικαλείται το κατηγορητήριο ‘‘ηθικό αυτουργό’’ για την ‘‘διευθύντρια’’. Η αγωνία για ‘‘φούσκωμα’’ των κατηγορητηρίων, έχει φθάσει δικαστές και εισαγγελείς σε σημείο να συντάσσουν κατηγορητήρια – ιλαροτραγωδίες. …” Στο ίδιο δικαστήριο θα εκδικαστεί η απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στο νοσοκομείο ‘‘Σωτηρία’’ την οποία ανέλαβα με το κείμενο που είχα αναλάβει την ευθύνη για την απόπειρα απόδρασης. Επίσης, θα εκδικαστεί η απαλλοτρίωση της Εθνικής τράπεζας στην Μαλεσίνα Φθιώτιδας, μία από τις τέσσερις απαλλοτριώσεις που έχουμε αναλάβει ως Επαναστατικός Αγώνας με δημόσιο κείμενο. Εννοείται πως θα υπερασπιστώ τις παραπάνω ενέργειες μέσα στο δικαστήριο, θα υπερασπιστώ την πρακτική της απαλλοτρίωσης του τραπεζικού κεφαλαίου για τον αγώνα. Θα υπερασπιστώ σε όλο της το φάσμα την επιλογή ζωής και αγώνα που έκανα δρώντας στα πλαίσια του Επαναστατικού Αγώνα”.

Επαναστατικός Αγώνας  

ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ: Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ* ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΣΤΙΣ 12/10/2018.

Όταν ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε την δράση του, το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον δεν ήταν ευνοϊκό για τέτοιου είδους εγχειρήματα. Το κράτος και το πολιτικό σύστημα διατράνωνε την κατίσχυσή του επί της ένοπλης δράσης, λόγω της καταστολής των ένοπλων οργανώσεων, ο ‘‘πόλεμος κατά της τρομοκρατίας’’ είχε γίνει κεντρικός πολιτικός άξονας για την επέκταση της παγκοσμιοποίησης με στρατιωτικούς και οικονομικούς όρους, η κοινωνία ζούσε υπό το καθεστώς της ευημερίας μέσω δανεικών, ο καπιταλισμός διένυε την περίοδο με τα μεγαλύτερα ποσοστά ανάπτυξης στην σύγχρονη ιστορία του και οι οικονομικές ελίτ πανηγύριζαν για το ‘‘τέλος των κρίσεων’’.

Ο Επαναστατικός Αγώνας επιχείρησε να αμφισβητήσει στην πράξη την παντοδυναμία του κράτους επί της ένοπλης αντίστασης μέσα από δράσεις συνδεμένες με τα κορυφαία οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής. Παράλληλα ανέδειξε την φενάκη της ‘‘τέλειας λειτουργίας’’ της καπιταλιστικής μηχανής και επανέφερε μέσα σε μια φαινομενικά αρνητική κοινωνική συγκυρία το επαναστατικό πρόταγμα. Κάτω από το πέπλο της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της ανάπτυξης που είχε ως κεντρικό άξονα το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος, ο κοινωνικός και ταξικός πόλεμος συνεχιζόταν και οι διαβεβαιώσεις για την ‘‘αέναη καπιταλιστική επέκταση και το τέλος των οικονομικών κρίσεων’’ δεν μας είχαν πείσει.

Τα μέτρα της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης που επιβάλλονταν το ένα μετά το άλλο και ενάντια στα οποία είχε δώσει τη μάχη του ο Επαναστατικός Αγώνας, έκαναν όλο και περισσότερο την κοινωνική βάση στην χώρα να στενάζει, καθώς τα δάνεια είχαν γίνει ήδη θηλιά στο λαιμό της ενώ οι μισθοί, οι συντάξεις και τα εργασιακά δικαιώματα δέχονταν αποφασιστικά χτυπήματα.

Την περίοδο μετά το 2006 απανωτά οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα έρχονταν στην δημοσιότητα επί κυβερνήσεως Ν.Δ με το Κώστα Καραμανλή στην πρωθυπουργία, αναδεικνύοντας το βάθος της διαφθοράς και της σήψης που είχε κυριαρχήσει στο πολιτικό σύστημα. Ενώ η φτώχεια μεγάλωνε, οι προκλήσεις των καθεστωτικών πολιτικών με τα απανωτά κοινωνικά εγκλήματά τους είχαν κάνει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας να αηδιάσει. Όλοι θυμόμαστε τις ‘‘έρευνες’’ δημοσιογράφων με τους πολίτες να δηλώνουν μπροστά σε τηλεοπτικές κάμερες ότι ‘‘οι πολιτικοί πρέπει να κρεμαστούν στην πλατεία Συντάγματος’’. Μέχρι που τα ρεπορτάζ αυτά σταμάτησαν για ευνόητους λόγους.

Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον μπάτσο Κορκονέα ήταν η σπίθα που άναψε το φιτίλι της κοινωνικής οργής. Η οργή αυτή που είχε κοινωνική και οικονομική βάση εκδηλώθηκε με μεγάλη σφοδρότητα τον Δεκέμβρη του ’08. Τα πρώτα γεγονότα της οικονομικής κρίσης που θα χτυπούσε την χώρα είχαν ήδη συμβεί και ο Επαναστατικός Αγώνας ετοιμαζόταν να δράσει μέσα στο νέο κοινωνικό πλαίσιο που θα διαμορφωνόταν.

Από το 2003 που ξεκίνησε την δράση του μέχρι την κομβική στιγμή που εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη οικονομική κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού, ο Επαναστατικός Αγώνας είχε πραγματοποιήσει σειρά επιθέσεων με αιχμή την αντίσταση στις δύο όψεις της παγκοσμιοποίησης του συστήματος, το νεοφιλελευθερισμό και τον ‘‘πόλεμο κατά της τρομοκρατίας’’(υπουργεία Οικονομίας και Απασχόλησης, τράπεζα Citibank, αστυνομικό τμήμα Καλλιθέας, δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων, κλούβα των ΜΑΤ στην Πέτρου Ράλλη, Shell, αμερικάνικη πρεσβεία). Είχε στραφεί ενάντια στην πολιτική εξουσία (επίθεση στο Γ. Βουλγαράκη) όταν τα πολιτικά και οικονομικά ‘‘σκάνδαλα’’ κυριαρχούσαν σαρώνοντας τη συναίνεση στο καθεστώς πριν ακόμα το ξέσπασμα της κρίσης. Είχε προειδοποιήσει για την δολοφονία Γρηγορόπουλου με την επίθεση στον Α.Τ. Περισσού, την οποία δολοφονία απάντησε με τις ένοπλες επιθέσεις ενάντια στην κλούβα των ΜΑΤ στο Γουδί και ενάντια στα ΜΑΤ στο υπουργείο Πολιτισμού.

Όμως από το 2008 το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο  προβλέψαμε ότι θα αλλάξει άρδην. Με τα πρώτα σημάδια που μας έδειξε η κρίση που ερχόταν και που θα σάρωνε εν είδη τσουνάμι όλο τον κόσμο και ειδικά την Ελλάδα, ο Επαναστατικός Αγώνας όφειλε να επιταχύνει και να οξύνει την δράση του. Στο κοινωνικό πεδίο πλέον δεν θα είναι μόνος του καθώς αναμένονταν σφοδρές κοινωνικές αντιδράσεις ενώ η νεοφιλελεύθερη συναίνεση θα χρεοκοπούσε μαζί με την κρατική χρεοκοπία.

Οι επιθέσεις σε Citibank, σε χρηματιστήριο, Eurobank ήταν οι πολιτικά ιεραρχημένες δράσεις με κριτήριο τους θεσμούς και τους μηχανισμούς που  έπαιξαν κομβικό ρόλο στην σύγχρονη αρχιτεκτονική του συστήματος και διεθνώς, συνεπώς φέρουν μέγιστη ευθύνη για την κρίση και συγχρόνως απολάμβαναν την ευεργετική πολιτική των πολιτικών καθεστώτων και των κεντρικών τραπεζών που δούλεψαν με περισσή φροντίδα για να μεταφέρουν την βόμβα του ιδιωτικού χρέους από το χρηματο-πιστωτικό σύστημα στην κοινωνική βάση. Η κρίση χρέους που θα χτυπούσε την χώρα, θα μας έβαζε στα μνημόνια και η μακρά σκοτεινή πορεία της κοινωνίας θα ξεκινούσε.

Ήταν ένα στοίχημα μεγάλο ο αγώνας ενάντια σε αυτή την καταστροφική εξέλιξη και ο Επαναστατικός Αγώνας ‘‘σήκωσε το γάντι’’ μιας ιστορικής πρόκλησης: Ή θα ανατρέψουμε το σύστημα και θα κάνουμε Επανάσταση ή θα τσακιστούμε όλοι μαζί κάτω από το ζυγό και την σκλαβιά ‘‘των πολιτικών διάσωσης του συστήματος’’. Η κοινωνία σε αυτή την χώρα δεν ήθελε να αποδεχτεί αμαχητί την επιβολή των μνημονίων. Έβραζε κάτω από την απειλή της κηδεμονίας και της επιτήρησης από το ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ενώ η κυρίαρχη προπαγάνδα για ‘‘τα κατα-στροφικά αποτελέσματα της άτακτης χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους’’ δεν είχε ακόμα ιδιαίτερη απήχηση.

Μέσα σε ένα εκρηκτικό κοινωνικό περιβάλλον, και με ένα οικονομικό σύστημα να παραπέει  λόγω της κρίσης, το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα ενάντια στον Επαναστατικό Αγώνα που η συγκυρία το έφερε να συμβεί λίγο πριν από την επιβολή του πρώτου μνημονίου, ήταν ένα σημαντικό βήμα του καθεστώτος προς την κατεύθυνση διασφάλισης της πολιτικής ισορροπίας που τόσο είχε ανάγκη για να περάσει εξοντωτικά μέτρα. Οι κοινωνικές αντιστάσεις που εκδηλώθηκαν ήταν δυνατές, όμως όχι αρκετές για να βάλουν φρένο στην λαίλαπα των μνημονίων. Οι κατασταλτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν εναντίον άλλων οργανώσεων και ατόμων που εμπλέκονταν ή φέρονται ότι εμπλέκονταν σε ένοπλες δραστηριότητες, κατάφεραν να μετουσιώνουν σταδιακά την όποια επιθετική – εξεγερσιακή διάθεση του α/α χώρου, σε θέση άμυνας απέναντι στην καταστολή.

Τα ανατρεπτικά και επαναστατικά προτάγματα – όπου αυτά υπήρχαν – σταδιακά εξαφανίστηκαν. Οι κοινωνικές αντιστάσεις από την άλλη, έφτασαν στα φυσικά τους όρια, αφού όμως πριν συνάντησαν και αυτές τις σφοδρές κατασταλτικές επιθέσεις από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου – Παπαδήμου  αρχικά και Σαμαρά – Βενιζέλου στην συνέχεια.

Στην ήττα των κοινωνικών αντιστάσεων ‘‘ανδρώθηκε’’ ο Σύριζα που πήρε την εξουσία προχωρώντας στην μεγαλύτερη λαϊκή εξαπάτηση που έχει καταφέρει ποτέ καθεστωτικό πολιτικό κόμμα. Η ήττα έχει επικυριαρχήσει στην κοινωνία, τα μέτρα κοινωνικής γενοκτονίας επιβάλλονται το ένα μετά το άλλο και η ένοπλη δράση ενώ γίνεται όλο και πιο επιτακτική μέσα στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ διόλου δεν έχει καταφέρει το καθεστώς να την απαξιώσει στις κοινωνικές συνειδήσεις παρά την επίθεση που έχει εξαπολύσει εναντίον της, η αναδίπλωση και η θέση άμυνας που παίρνουν αρκετοί από αυτούς που ενεπλάκησαν σε πρακτικές αντάρτικου πόλης και αφού δέχθηκαν τα κατασταλτικά χτυπήματα, ήταν αρκετά για ‘‘αναθεώρηση’’ της επιλογής, για εγκατάλειψη του επαναστατικού προτάγματος ως ‘‘άκαιρου’’ και ‘‘εκτός ημερησίας διατάξεως’’.

Το σχέδιο δράσης, η στρατηγική, οι στόχοι του Επαναστατικού Αγώνα, όπως και κάθε επαναστατικής ένοπλης οργάνωσης, δεν κρίνονται από τις κατασταλτικές επιτυχίες του κράτους. Και πολύ περισσότερο δεν κρίνεται η ορθότητα, η αναγκαιότητα του επαναστατικού προτάγματος.

Εκείνη την περίοδο που επιχειρήθηκε η απόδραση από τις φυλακές Κορυδαλλού, ζούσαμε μια χωρίς προηγούμενο αρνητική ιστορική συνθήκη: Από τη μια το σύστημα περνούσε (και περνάει) την μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του, ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο τόσο λόγω της αστάθειας που του προκαλούσε η ίδια του η κρίση όσο και λόγω της ευρύτατης απονομιμοποίησής του στις κοινωνικές συνειδήσεις και από την άλλη απουσίαζε ένα επαναστατικό κίνημα που θα μπορούσε να δώσει ώθηση για την ανάπτυξη ενός ισχυρού πολιτικού και κοινωνικού ρεύματος ανατροπής του καθεστώτος. Ενώ δηλαδή υπήρχαν οι αντικειμενικές συνθήκες για έναν κοινωνικό ξεσηκωμό, δεν υπήρχαν οι υποκειμενικές αυτές συνθήκες που θα μπορούσαν να τον πραγματοποιήσουν.

Για τον Επαναστατικό Αγώνα και εμάς προσωπικά, ο σκοπός των επαναστατών, ο σκοπός μιας ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης δεν μπορεί να ‘‘ακυρώνεται’’ όταν οι συνθήκες γίνονται δύσκολες. Ο ρόλος της, η αποστολή της είναι να πολεμάει την ηττοπάθεια και όχι να την αποδέχεται. Να εντείνει την δράση της σε περιόδους που το κενό της επαναστατικής δράσης μεγαλώνει. Σε τέτοιες περιόδους η ένοπλη επαναστατική δράση ακόμα και από λίγους αγωνιστές, γίνεται πιο επιτακτική και αναγκαία από κάθε άλλη φορά. 

Αυτή την αρχή είχαμε πάντα ως Επαναστατικός Αγώνας, αυτή την αρχή είχα κι εγώ. Αλλιώς θα εγκαταλείπαμε τους στόχους μας, τις αρχές μας, τις αξίες μας. Θα εγκαταλείπαμε την επαναστατική προοπτική. Θα δικαιώναμε το καθεστωτικό θηρίο, ως απρόσβλητο, αλώβητο, παντοδύναμο.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η απόφαση για την απόδραση από τις φυλακές Κορυδαλλού, ήταν ένα πολιτικά σημαντικό στοίχημα: Μια καίρια απάντηση στα απανωτά κατασταλτικά χτυπήματα του κράτους. Ένα χτύπημα στην επικυριαρχία της ήττας στον αγώνα που επιχειρούσαν οι κυβερνήσεις και το κράτος με την χρήση της καταστολής και στην περίπτωση της κυβέρνησης Σύριζα – ΑΝΕΛ με την εναλλαγή των επιλογών καταστολή – αφομοίωση. Η αλληλεγγύη που θα έπρεπε να είναι μια σχέση που τροφοδοτεί την επαναστατική αντεπίθεση στην κρατική βία και την καταστολή έχει καταπέσει σε σχέση τακτικισμού για την επίτευξη του ‘‘εφικτού’’, δηλαδή την άμυνα και την διαμαρτυρία απέναντι στις ‘‘κρατικές αυθαιρεσίες’’, απέναντι στις ‘‘παραβιάσεις της θεσμικής ορθότητας’’ που έκανε η καταστολή. Με αποτέλεσμα η αλληλεγγύη να αλλοτριώνεται από σχέση αγώνα σε σχέση που προωθεί τον εξωραϊσμό και τον εξορθολογισμό του κυρίαρχου καθεστωτικού πλαισίου καταστολής. Πρόκειται για την καταδίκη σε θάνατο της αλληλεγγύης. Και κανένας δεν καταδικάζει την επαναστατική σχέση αλληλεγγύης, αν δεν έχει προηγουμένως καταδικάσει τον ίδιο τον ανατρεπτικό αγώνα.

Κυρίως όμως η απόφαση για την απόδραση από τις φυλακές Κορυδαλλού ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό στοίχημα γιατί χτυπούσε την ευρύτερη κοινωνική ηττοπάθεια και παραίτηση. Σε μια τέτοια ζοφερή για την κοινωνία περίοδο, αυτός που θεωρεί τον εαυτό του επαναστάτη, έχει χρέος να μπαίνει μπροστά, να ρισκάρει προσωπικά ο ίδιος για να επιχειρεί να ανατρέψει τις ισχύουσες στάσεις και θέσεις που γίνονται αιτία να βαλτώσει ο αγώνας.

Η απελευθέρωση του συντρόφου Νίκου Μαζιώτη ήταν από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του ένα σημαντικό στοίχημα. Ούτως ή άλλως δεν θα τον εγκαταλείπαμε. Εξ’ άλλου ήταν πολιτική μας επιλογή ο Νίκος Μαζιώτης και εγώ να περάσουμε στην ‘‘παρανομία’’ για να συνεχίσουμε την δράση μας στα πλαίσια του Επαναστατικού Αγώνα. Η κοινωνική και πολιτική ιστορική περίοδος με τα μνημόνια, την λαίλαπα των μέτρων διάσωσης του συστήματος με την ραγδαία αύξηση της φτώχειας και της περιθωριοποίησης που αυτά έφερναν, αλλά και η οπισθοχώρηση των αντιστάσεων, υπήρξαν καταλυτικοί παράγοντες για να κάνουν ακόμα πιο επιτακτική κατά την επαναστατική οπτική μας την συνέχιση της ένοπλης δράσης ενάντια στην σύγχρονη ανελέητη τυραννία.

Ο Επαναστατικός Αγώνας απάντησε με το μεγάλο χτύπημα στην Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ στις 10/4/2014 εν μέσω μιας εκκωφαντικής κοινωνικής σιωπής στην παρατεταμένη μνημονική επίθεση.

Ο Επαναστατικός Αγώνας δεν υπήρξε οργάνωση που αναδύθηκε μέσα σε ένα ‘‘εύκολο’’ κοινωνικό πεδίο όπου υπήρχε διάχυτη εξεγερσιακή διάθεση που εκδηλωνόταν μαζικά. Αντιθέτως, ο Επαναστατικός Αγώνας αναδύθηκε σε δύσκολη κοινωνική περίοδο και γι’ αυτόν, αλλά και για εμάς ως πολιτικά υποκείμενα, οι δύσκολες περίοδοι ήταν και είναι αυτές που καθιστούν πιο επιτακτική την ανάγκη για την δράση μιας ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης. Και αυτό για να χτυπιέται πιο αποφασιστικά τόσο η κοινωνική συναίνεση στο καθεστώς – η οποία βρισκόταν σε σχετική ισχύ το 2003 οπότε ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε την δράση του – όσο και η παραίτηση, η ηττοπάθεια και ο φόβος σε συγκυρίες δύσκολες με την συναίνεση στο καθεστώς να είναι απούσα, αλλά παράλληλα, να μην δύναται η ανατρεπτική δράση να πάρει τις διαστάσεις που αντιστοιχούν στις δεδομένες ευνοϊκές αντικειμενικές συνθήκες. Τις αντικειμενικές συνθήκες έτσι όπως αυτές διαμόρφωνε η ίδια η συστημική κρίση, με το καθεστώς να είναι ιδιαίτερα ασταθές και ευάλωτο στην πολιτική πίεση και τις ένοπλες επιθέσεις.

Ως Επαναστατικός Αγώνας έχουμε πει και κατά το παρελθόν ότι το σύστημα λόγω οικονομικής κρίσης την τελευταία δεκαετία είναι ιδιαίτερα επιρρεπές σε κάθε είδους πολιτική και κοινωνική αστάθεια. Ούτως ή άλλως ο βασικότερος πυλώνας της σταθερότητάς του είναι η πίστη σε αυτό, με κάθε δυνατή έννοια που μπορεί να προσλάβει αυτή η έννοια: Πίστη στην οικονομική του διαιώνιση, πίστη ότι θα αποπληρώνονται τα κρατικά και εταιρικά χρέη, πίστη στην εθνική οικονομία ότι αυτή δεν θα καταρρεύσει, πίστη στο πολιτικό σύστημα ότι θα διατηρεί την κοινωνική συνοχή, θα αποτρέπει και θα καταστέλλει πάσης φύσεως κοινωνικές ανταρσίες. Πίστη στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα και την αντιμετώπιση πολιτικών παραγόντων που την απειλούν. Αυτή την πίστη κατοχυρώνει το κράτος με την καταστολή ενάντια στην ένοπλη δράση. Αυτή η πίστη, με την ανατροπή των κατασταλτικών απο-τελεσμάτων έναντι των ένοπλων μορφών αντίστασης, ήταν ένα πολιτικό στοίχημα να χτυπηθεί.

Ο Επαναστατικός Αγώνας δεν ήταν ποτέ μια οργάνωση για ‘‘τα εύκολα’’. Πιστεύαμε πάντα πως οι ίδιοι οι επαναστάτες έχουν την ευθύνη για την διαμόρφωση των υποκειμενικών συνθηκών στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο. Η κοινωνική ηττοπάθεια, ήταν και είναι ευθύνη όλων όσων πρεσβεύουν την αντικαθεστωτική δράση. Ως Επαναστατικός Αγώνας είχαμε ιστορικό χρέος να συγκρουστούμε με την ηττοπάθεια αυτή, τόσο στον ευρύτερο όσο και στον πολιτικό χώρο απ’ όπου προερχόμαστε. Μέσα σε ένα τέτοιο κοινωνικό περιβάλλον που είχε κατισχύσει το οικονομικό και πολιτικό καθεστώς με τις πολιτικές κοινωνικής γενοκτονίας, η απόπειρα απόδρασης ήταν για εμένα μια απαραίτητη κίνηση για την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών δύναμης.

Το κράτος και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί ενίοτε καταφέρνουν να συλλάβουν και να εκθέσουν με πιο άμεσο τρόπο ακόμα και τους πολιτικούς μας στόχους. Σε αυτή την περίπτωση είχαν πει: ‘‘Η Ρούπα με την απόδραση αυτή ήθελε να ανατρέψει τις συνθήκες του ένοπλου στην Ελλάδα’’. Μπορώ να πω, πως κανένας άλλος, ούτε καν ‘‘φιλικά προσκείμενος’’ προς εμένα, δεν προσέγγισε με τόση ευστοχία το πολιτικό διακύβευμα αυτής της ενέργειας.

Οι συνθήκες του ένοπλου στην Ελλάδα το 2016 οπότε και επιχειρήθηκε αυτή η ενέργεια ήταν συντριπτικά κατά της συνέχισης της ένοπλης δράσης. Ήταν επίσης, συντριπτικές κατά οποιουδήποτε αγώνα για την ανατροπή του καθεστώτος, ενώ η λέξη ‘‘επανάσταση’’ είχε ξαναμπεί από πολλούς στο ‘‘χρονοντούλαπο της ιστορίας’’.

Δεδομένου του κυρίαρχου κοινωνικού κι πολιτικού περιβάλλοντος εκείνη την περίοδο, η ενέργεια αυτή από μόνη της θα ήταν μια ανατροπή των συνθηκών, του ένοπλου στην Ελλάδα όπως ανέφεραν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί για να περιγράψουν τους πολιτικούς μου στόχους. Και αυτοί οι στόχοι – όσον αφορά εμένα – ξεκινούσαν και σταματούσαν στην απόδραση. Όσο για τους πιο μεγάλους στόχους που είχαμε εκείνη την περίοδο, αυτοί αφορούσαν στην συνέχιση του σχεδίου αντίστασης στην λαίλαπα των μνημονίων και των μέτρων εξόντωσης της κοινωνικής βάσης όπως αυτό το σχέδιο είχε διαμορφωθεί από τον Επαναστατικό Αγώνα.

Η ανατροπή των κοινωνικών και πολιτικών ευθυνών της ήττας και της παραίτησης ήταν ο στόχος που δεν θα εγκατέλειπε ο Επαναστατικός Αγώνας, που δεν θα εγκαταλείπαμε. Και μιλώντας προσωπικά, δεν θα τον εγκατέλειπα, ακόμα και αν ήμουν η τελευταία ένοπλη αγωνίστρια στην Ελλάδα. Γνωρίζω ότι η παραπάνω θέση μου είναι δύσκολο να γίνει κατανοητή. Όπως δύσκολο ήταν για ορισμένους να κατανοήσουν – ή να αποδεχθούν – πώς γίνεται να ρισκάρεις την ζωή σου για μια απόδραση που υπερβαίνει τα προσωπικά οφέλη. Πώς γίνεται να ρισκάρεις σε τέτοιο βαθμό, με κίνητρα που δεν άπτονται του προσωπικού συμφέροντος. Με κίνητρα την αλληλεγγύη και την ανατροπή των συσχετισμών που δημιουργούσε η καταστολή. Και μάλιστα, χωρίς καν πολιτικές απαιτήσεις.

Ήταν και είναι δύσκολο ορισμένοι να αποδεχθούν και να κατανοήσουν τα παραπάνω, λόγω του ιδιότυπου συνειδησιακού μικροαστισμού τους. Δυστυχώς, αυτά δεν εκφράστηκαν από κύκλους των κατασταλτικών μηχανισμών, που όπως είπα, συνέλαβαν και εξέφρασαν τα πολιτικά μου κίνητρα και στόχους. Εκφράστηκαν από αλλού. Και ανέδειξαν το μέγεθος της πολιτικής παρακμής και της έκπτωσης των συνειδήσεων στους κόλπους του αγώνα. Είναι δεδομένο πως κάποιοι αδυνατούν να κατανοήσουν λόγω της δικής τους αντίληψης, πως κάποιος (στην προκειμένη περίπτωση ‘‘κάποια’’) επιχειρεί (μόνος του) μια τέτοια ενέργεια, μόνο όταν έχει ισχυρά πολιτικά κίνητρα και όχι προσωπικά. Μόνο ισχυρά πολιτικά κίνητρα προφανώς άγνωστα στους ίδιους μπορούν να βρίσκονται πίσω από μια επιλογή αγώνα που ο ίδιος που την επιχειρεί, γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι πιθανότητες να του στοιχήσει όχι μόνο την ελευθερία του, αλλά και την ίδια του την ζωή, είναι πολύ μεγάλες.

Ισχυρά πολιτικά κίνητρα στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτά που υπερβαίνουν τα ίδια τα πρόσωπα  που θα ευνοούνταν. Ισχυρά πολιτικά κίνητρα είναι η αναμέτρηση με την ήττα σε κάθε της μορφή. Η αναμέτρηση με το φασισμό και τη βία του συστήματος. Η αναμέτρηση με ένα καθεστώς που μέσω χτυπημάτων εναντίον της ένοπλης δράσης, μέσω χτυπημάτων ενάντια σε αυτούς που προσβλέπουν ως μόνη κοινωνική διέξοδο την ανατροπή του, φαντάζει παντοδύναμο και αλώβητο. Ισχυρά πολιτικά κίνητρα είναι η πίστη στην πολιτική δύναμη της επανάστασης. Ίσως να είναι μακρά της μέσης αντίληψης για το τι σημαίνει αγώνας στην εποχή μας μια τέτοια θέση. Όμως είναι η δική μου θέση, είναι τα δικά μου κίνητρα. Είναι η δική μου θέση για την ζωή, τον αγώνα και την επανάσταση.

Όσο για το πώς είχε συλλάβει η κοινωνία (με την ευρύτερη έννοια) την απόπειρα απόδρασης, δεν ήταν λίγα τα μηνύματα που λάμβανα, ακόμα και ως ‘‘παράνομη’’ και πολύ περισσότερο, αφού με αιχμαλώτισαν: Για ανθρώπους που δεν γνώριζα ποτέ προσωπικά, που δεν έχουν καμία σχέση και επαφή με τον α/α χώρο, για ανθρώπους που δεν θα περίμενα με τίποτα λόγω της πολιτικής και κοινωνικής προέλευσής τους, η απόπειρα απόδρασης ήταν κάτι πολύ ευρύτερο από αυτό που λέει το όνομά της. Ήταν η συνέχιση του αγώνα, όταν πια δεν υπάρχει αγώνας.

Ανέλαβα προσωπικά την ενέργεια αυτή γιατί έπρεπε να εξηγηθώ για το τι έγινε μέσα στο ελικόπτερο, γιατί ήθελα να σηκώσω προσωπικά την μη ολοκλήρωσή της και γιατί ήταν αδύνατο να ‘‘κρυφτώ’’ πίσω από την οργάνωσή μου, αφού ούτως ή άλλως μόνη μου ήμουν στο ελικόπτερο. Λόγω της συντονισμένης επίθεσης που δεχόμαστε από το κράτος και τα ΜΜΕ που έθεταν τον Επαναστατικό Αγώνα ως ‘‘ομπρέλα’’ για κάθε είδους ένοπλη δραστηριότητα – είτε αφορούσε πολιτικές επιθέσεις είτε ληστείες τραπεζών – επέλεξα να αναλάβω την ευθύνη για την απαλλοτρίωση στην τράπεζα Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία προκειμένου να οριοθετήσω τις ενέργειες αυτού του είδους που σχετιζόταν ο Επαναστατικός Αγώνας.

Η όλη πολιτική επιλογή μου στον αγώνα, οι ενέργειες που έκανα μόνη μου και τις ανέλαβα προσωπικά, έγιναν (όπως ήταν αναμενόμενο) τα ‘‘στοιχεία’’ για την ‘‘δόμηση’’ ενός σφοδρού πολέμου εναντίον μου που ήταν σε ισχύ πριν την σύλληψή μου και ενώ ήμουν καταζητούμενη και επικηρυγμένη, κορυφώθηκε με την σύλληψη και την πολεμική αντιμετώπιση που εξαπέλυσε το κράτος και ο Σύριζα εναντίον του 6χρόνου τότε παιδιού μου και ‘‘ολοκληρώνεται’’ με τις διώξεις, τις δίκες και τις καταδίκες που μου ετοιμάζουν.

Ενδεικτικά της κατεύθυνσης και του μεγέθους της εκδίκησης που θέλει να πάρει το κράτος στην σύγκρουση μαζί μου, είναι η πρόταση του εισαγγελέα Δράκου στην δίκη για την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και του γραφείου του ΔΝΤ από τον Επαναστατικό Αγώνα. Μια δίκη που ενώ αφορούσε μια ενέργεια, ο εισαγγελέας ομολόγησε ότι με δίκαζαν για όλα. Για όλη μου τη ζωή, όλες μου τις επιλογές, όλες τις υποθέσεις του Επαναστατικού Αγώνα. Η πρότασή του για καταδίκη μου ως ηθικό αυτουργό των πάντων (της οποίας πρότασης, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η ποινή των ισοβίων) είναι η τελική κατάληξη της δίψας για εκδίκηση του κράτους εναντίον μου με στόχο να μου επιβάλλει την εσχάτη των ποινών.

Ο εισαγγελέας έκανε μια πρόταση με πολλά ‘‘καινοτόμα’’ για τέτοιες δίκες στοιχεία. Είπε πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας και το καθεστώς συνολικά θα μπορούσε να είχε καταρρεύσει από την επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ γιατί απειλήθηκε με κατάρρευση το κτίριο. Τελικά σώθηκε από ένα ρολό που πρόλαβαν οι φύλακες να κατεβάσουν. Είπε πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το καλύτερο σύστημα. Σήκωσε τη ‘‘σημαία’’ της  υπεράσπισης ενός εγκληματικού, τρομοκρατικού συστήματος και αυτή η υπεράσπιση έναντι της πολιτικής απειλής που – κατά τον ίδιον – αντιπροσωπεύω, της υπεράσπισής του έναντι ενός αγώνα πρόσφορου – κατά τον ίδιον – να φέρει την καθεστωτική ανατροπή (η επίθεση ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας και το ΔΝΤ, κατά τον ίδιον ήταν αρκετή) και ανέδειξε εμένα ως τον βασικό φορέα αυτής της απειλής. Σε βαθμό που ζήτησε την καταδίκη μου για ηθική αυτουργία στην επίθεση αυτή, σε όλες τις πράξεις του κατηγορητηρίου, ακόμα και στην ‘‘φυσική αυτουργία’’ του Νίκου Μαζιώτη. Για το τελευταίο είναι γνωστό πως ο Μαζιώτης δικάζεται αυτή την περίοδο σε δεύτερο βαθμό για την επίθεση αυτή, στην οποία στο πρώτο δικαστήριο καταδικάστηκε με βάση τις νομικές αλχημείες του δικαστηρίου σε ισόβια για συναυτουργία στην επίθεση. Σε αυτή την δίκη από την αρχή της και στην ένσταση που είχα κάνει για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, για πρώτη φορά σε χρονικά δικών για τέτοιες υποθέσεις και κόντρα στις κυρίαρχες αντιλήψεις υπεράσπισης, υποστήριξα ότι ο 187Α δικάζει δράσεις που αντικειμενικά είναι πρόσφορες για την καθεστωτική ανατροπή, όπως ομολογεί το ίδιο το ‘‘αντιτρομοκρατικό’’ άρθρο. Υποστήριξα ότι μη πρόσφορες για την καθεστωτική ανατροπή δράσεις δεν ‘‘άπτονται’’ του 187Α και δεν θα έπρεπε να δικάζονται από αυτόν. Συνεπώς ο 187Α δικάζει μόνο πολιτικά ‘‘εγκλήματα’’.

Με βάση την απόφαση-πυξίδα του Αρείου Πάγου για το πολιτικό ‘‘έγκλημα’’, δεν αρκούν τα πολιτικά κίνητρα, αλλά θα πρέπει η δράση να είναι πρόσφορη να προκαλέσει την ανατροπή. Αυτή την απόφαση που κάθε δικαστήριο  μέχρι σήμερα χρησιμοποιεί ως βάση για να απορρίψει κάθε ένσταση για την αναρμοδιότητα των δικαστηρίων που δικάζουν τέτοιες υποθέσεις, την απέκρουσα με το περιεχόμενο του 187Α , αλλά και τις πολιτικές τοποθετήσεις μου στο συγκεκριμένο δικαστήριο.

Ο εισαγγελέας με την αποδοχή της προσφορότητας, κατέρριψε έναν ισχυρισμό που αποτελεί την βάση για την νομιμοποίηση αυτών των δικών ως ‘‘ποινικές’’ και όχι ως ‘‘πολιτικές’’. Φυσικά, αυτή η αναγνώριση της προσφορότητας της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα και ειδικά της επίθεσης ενάντια στην Τράπεζα της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ, συνιστά την βάση για τον εισαγγελέα για να προτείνει για εμένα την εσχάτη των ποινών και όχι για τα αποδεικτικά στοιχεία μέσα της δίκης, τα οποία αμφισβήτησε ακυρώνοντας όλη την διαδικασία και τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι κατέρριψαν τον ισχυρισμό του κατηγορητηρίου ότι υπήρχε δόλος για τραυματισμούς από τον Επαναστατικό Αγώνα. Και η κατάρριψη αυτή – πέραν των λοιπών στοιχείων και γεγονότων που ‘‘ζωντάνεψαν’’ στην δικαστική αίθουσα – έγινε με την ρητή αναφορά τους ότι η οργάνωση δεν είχε σκοπό να απειλήσει ή να τραυματίσει τους ίδιους και κανέναν άλλον.

Η θέση του εισαγγελέα ήταν ότι ως εχθρός του συστήματος, μισώ την κοινωνία. Σε αυτό απάντησα άμεσα δηλώνοντας (ομολογουμένως δεν ήταν χωρίς ένταση αυτή η απάντηση ) ότι αυτοί που μισούν την κοινωνία είναι η ΕΚΤ, το ΔΝΤ που χτύπησε ο Επαναστατικός Αγώνας, το κράτος, η κυβέρνηση, όλοι όσοι θέλουν την  κοινωνία υποταγμένη και παραιτημένη. Μισούν την κοινωνία όσοι δεν θέλουν η κοινωνία να αντιστέκεται. Αυτοί είναι οι εχθροί του λαού. Την συνολική απάντησή μου στην εισαγγελική πρόταση θα τη δώσω στις 27/6* (*το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Ιούνιο του 2018 με αφορμή την δίκη που αρχίζει σε λίγες ημέρες, πριν ακόμα η Πόλα Ρούπα καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη). Όμως ορισμένα πράγματα είναι δεδομένα σε αυτή την δίκη. Οποιαδήποτε αποδεικτική ανάγκη έχει πάει περίπατο, το νομικό πλαίσιο έχει διαρραγεί εντελώς, έχει ομολογηθεί ότι δικάζεται μια πράξη (και μια δράση) που απείλησε με ανατροπή το καθεστώς στην Ελλάδα, έχει ανατραπεί ο ισχυρισμός ότι δεν πρόκειται για ‘‘ποινική δίκη’’. Γι αυτά θα καταδικαστώ.

Εξ’ άλλου σε αυτή την δίκη ο εισαγγελέας δεν με δίκασε για την Τράπεζα της Ελλάδας μόνο. Στην πρότασή του συμπεριέλαβε όλη την ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα, όλες τις ενέργειες, κατέρριψε προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις και προκειμένου να ‘‘εδραιώσει’’ την θέση του για την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης’’, με καταδίκασε για ενέργειες που δεν έχουν φθάσει ακόμα σε δικαστήρια: Για την απόπειρα απόδρασης, για απαλλοτριώσεις στην τράπεζα Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία και στην Εθνική τράπεζα στην Μαλεσίνα Φθιώτιδας. Αυτές οι ‘‘καταδίκες’’ τον βοήθησαν να βγάλει την σωρευτική πρότασή του για καταδίκη μου σε κατηγορίες προκειμένου να προτείνει την ποινή των ισοβίων. Για την απόπειρα απόδρασης τελικά ‘‘δικάστηκα’’ σε πρώτη φάση ήδη στο δικαστήριο αυτό. Σωρευτικά ‘‘δικάστηκα’’ και καταδικάστηκα ήδη για τα πάντα.

Σε αυτή την κρατική ‘‘επιτυχία’’ έχει τη μικρή της θέση η αλληλεγγύη. Μια θέση που έμεινε κενή, παρ’ όλο που εγώ ρίσκαρα ζωή και ελευθερία για να την υπηρετήσω. Επειδή όμως τα πιο σπουδαία πράγματα στη ζωή και τον αγώνα ούτε διαβρώνονται ούτε οξειδώνονται από την περιρρέουσα μουχλιασμένη ατμόσφαιρα αν δεν το επιτρέψεις εσύ να συμβεί, θα κρατήσω και θα προστατέψω για πάντα τις επιλογές μου και το πολιτικό τους νόημα ως πολύτιμα όπλα για τον αγώνα. Και θα οπλίσουν αυτούς που πρέπει να οπλίζονται.

Σε όλη  την περίοδο της δράσης μας στα πλαίσια του Επαναστατικού Αγώνα, πιστεύαμε και εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως το επαναστατικό πρόταγμα, η προοπτική της ανατροπής του καθεστώτος και η Κοινωνική Επανάσταση, είναι η πυξίδα της δράσης των επαναστατών. Ιδίως όταν αυτοί επιλέγουν τον ένοπλο αγώνα, ο ίδιος ο πυρήνας της πολιτικής τους δράσης δεν μπορεί να είναι άλλος από την πίστη για την κοινωνική αναγκαιότητα ενός αγώνα που θα έχει ως σταθερό του στόχο την δημιουργία μιας κοινωνίας οικονομικής ισότητας και πολιτικής ελευθερίας για όλους τους ανθρώπους.

Όμως ο θρίαμβος μιας τέτοιας κοινωνίας προϋποθέτει την συντριπτική νίκη επί της ανθρωποφαγίας που κυριαρχεί ως αξία στο πιο ανταγωνιστικό και αντικοινωνικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα: Τον σύγχρονο καπιταλισμό. Τη νίκη επί της ηθικής σαπίλας που προωθεί ο καπιταλισμός με την κατίσχυση από τα πάνω του οικονομικού φιλελευθερισμού.

Δεν είναι απλώς απάτη της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής θεωρίας ότι ο ελεύθερα ανταγωνιζόμενος ‘‘οικονομικός άνθρωπος’’ που διαγκωνίζεται άλλους για την ικανοποίηση των ατομικών του συμφερόντων, προάγει το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και συμβάλλει στην ανθρώπινη πρόοδο και εξέλιξη. Είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία ηθική διάβρωση του ανθρώπου που από κοινωνικό ον, μετατρέπεται σε οικονομικό και κοινωνικό κανίβαλο. Και όταν η κρίση χτυπάει, με τους οικονομικούς και πολιτικούς υπερεθνικούς θεσμούς να μεταφέρουν τις ‘‘ωρολογιακές βόμβες’’ της κρίσης από τα χρηματοπιστωτικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, στην κοινωνική βάση για να εκραγούν χωρίς να πλήξουν τα ‘‘παλάτια’’ των πλουσίων, η ηθική του άκρατου ανταγωνισμού που έχει χαλουχήσει αυτό το ‘‘προηγμένο’’ σύστημα εξουσίας τους ανθρώπους, μετατρέπει την κοινωνική βάση σε αρένα που οι φτωχοί αλληλοεξοντώνονται για να επιβιώσουν με βάση το κυρίαρχο δόγμα ‘‘ο θάνατός σου, η ζωή μου’’. Όποτε οι κοινωνίες που μαστίζονται από την βία και την τρομοκρατία του κυρίαρχου καθεστώτος, δεν οργανώνονται για να αντεπιτεθούν και να ανατρέψουν τους δυνάστες τους, όποτε η τυραννία δεν πολεμιέται, η κοινωνική ήττα και η παραίτηση είναι το προσφορότερο πεδίο για ν’ αναπτυχθούν τα φαινόμενα της βίας στην ίδια την κοινωνική βάση. Η ήττα και η παραίτηση από τους αγώνες ρίχνουν την ταφόπλακα στην κοινωνική αλληλεγγύη, την οποία με επιμονή πολεμάει και με όλα τα μέσα – οικονομικά, ιδεολογικά, πολιτικά – το σύστημα.

Η Κοινωνική Επανάσταση δεν είναι τελικά, τίποτα λιγότερο από τον θρίαμβο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Όσο για την προάσπιση, την προπαγάνδιση, την προώθηση αυτής της αξίας, απαιτείται η επίγνωση ότι έξω από το ανατρεπτικό πλαίσιο δράσης, έξω από τον αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση, αλληλεγγύη για τους ένοπλους αγωνιστές δεν νοείται. Γιατί για εμάς η αλληλεγγύη ή θα είναι επαναστατική ή δεν είναι τίποτα. Θα υπερασπιστώ την επαναστατική αλληλεγγύη ως την βάση για την ανάπτυξη των υποκειμενικών συνθηκών που θα βοηθήσουν ώστε η κοινωνική Eπανάσταση να γίνει πραγματικότητα. Θα υπερασπιστώ την επαναστατική αλληλεγγύη ως την βάση για τον τελικό θρίαμβο της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Υ.Γ. 1) Στο δικαστήριο αυτό θα έπρεπε να δικάζομαι μόνη μου. Η κατηγορία περί ηθικής αυτουργίας που προσάπτεται στον Νίκο Μαζιώτη και στους υπόλοιπους κατηγορούμενους είναι γελοία αφού συνυπάρχει με την κατηγορία της ‘‘διεύθυνσης τρομοκρατικής οργάνωσης’’ με την οποία έρχομαι για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη. Πέραν δηλαδή του άτοπου και άστοχου της απόπειρας των δικαστικών αρχών να προσάψουν σε άλλους την ευθύνη για την απόφασή μου να επιχειρήσω την απόδραση, γεγονός που είναι εντελώς ασυμβίβαστο με τα πολιτικά και προσωπικά χαρακτηριστικά μου, είναι πράγματι, αστείο να επικαλείται το κατηγορητήριο ‘‘ηθικό αυτουργό’’ για την ‘‘διευθύντρια’’. Η αγωνία για ‘‘φούσκωμα’’ των κατηγορητηρίων, έχει φθάσει δικαστές και εισαγγελείς σε σημείο να συντάσσουν κατηγορητήρια – ιλαροτραγωδίες.

 Υ.Γ. 2) Στο ίδιο δικαστήριο θα εκδικαστεί η απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στο νοσοκομείο ‘‘Σωτηρία’’ την οποία ανέλαβα με το κείμενο που είχα αναλάβει την ευθύνη για την απόπειρα απόδρασης. Επίσης, θα εκδικαστεί η απαλλοτρίωση της Εθνικής τράπεζας στην Μαλεσίνα Φθιώτιδας, μία από τις τέσσερις απαλλοτριώσεις που έχουμε αναλάβει ως Επαναστατικός Αγώνας με δημόσιο κείμενο. Εννοείται πως θα υπερασπιστώ τις παραπάνω ενέργειες μέσα στο δικαστήριο, θα υπερασπιστώ την πρακτική της απαλλοτρίωσης του τραπεζικού κεφαλαίου για τον αγώνα. Θα υπερασπιστώ σε όλο της το φάσμα την επιλογή ζωής και αγώνα που έκανα δρώντας στα πλαίσια του Επαναστατικού Αγώνα.

Υ.Γ. 3) Στην απόπειρα απόδρασης με ελικόπτερο από τις φυλακές Κορυδαλλού δεν υπήρξε έξωθεν συμβολή και βοήθεια ούτε ως προς τον σχεδιασμό της ούτε ως προς την υλοποίησή της ούτε ως προς την χρηματοδότησή της. Η απαλλοτρίωση της τράπεζας Πειραιώς στο νοσοκομείο Σωτηρία ήταν εξ’ άλλου η πρώτη προπαρα-σκευαστική ενέργεια για την οργάνωση της απόδρασης με ελικόπτερο του Νίκου Μαζιώτη, η απόφαση για την οποία είχε παρθεί από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του συντρόφου το καλοκαίρι του 2014.

 Πόλα Ρούπα μέλος του Επαναστατικού Αγώνα

 

Posted in 5Η ΔΙΚΗ Ε.Α - ΕΝΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ | Leave a comment

Σάββας Ξηρός: «Έχω συμπληρώσει τον χρόνο της ποινής χωρίς κανέναν ευεργετικό νόμο»

https://www.thepressproject.gr/article/135431/Sabbas-Ksiros-Exo-sumplirosei-ton-xrono-tis-poinis-xoris-kanenan-euergetiko-nomo?fbclid=IwAR3zvdNXlaVexpK6LzxfBK4Z5D8a6jO1u-_RjJVboVxFarBH7AHlR8NVbgg

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

by ThePressProject

Η αίτηση για υφ’ όρον απόλυση που κατέθεσε στις 17 Οκτωβρίου ο Σάββας Ξηρός, μέσω της δικηγόρου του Άννυς Παπαρρούσου, ζητώντας την αποφυλάκισή του, επικαλούμενος το άρθρο 110Α του Ποινικού Κώδικα, έγινε και πάλι αντικείμενο ευρείας συζήτησης. Κατά την πάγια τακτική της, αρνητικά τοποθετήθηκε, δημόσια, και η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Posted in Σάββας Ξηρός | Leave a comment

ΗΧΗΤΙΚΟ: 12- 07- 18 ΕΦΕΤΕΙΟ 2ΗΣ ΔΙΚΗΣ Ε.Α

Τοποθετήσεις των μελών του Επαναστατικού Αγώνα Ν.Μαζιώτη και Π. Ρούπα κατά την διάρκεια του εφετείου της Β΄Δίκης του Ε.Α – συνεδρίαση 12 Ιούλη 2018

Posted in ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, ΕΦΕΤΕΙΟ 2ΗΣ Δίκη Ε.Α, Νίκος Μαζιώτης, Πόλα Ρούπα | Leave a comment

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΑΒΒΑ ΞΗΡΟΥ

ΣΑΒΒΑΣ ΞΗΡΟΣ στη Γιάννα Παπαδάκου 12/07/18

https://m.soundcloud.com/user-665020045/120718a-3

Posted in Σάββας Ξηρός, ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ | Leave a comment

ΗΧΗΤΙΚΟ: 11- 07 -2018 ΑΠΟΦΑΣΗ 3ΗΣ ΔΙΚΗΣ ΓΙΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ

ΕΔΩ ΤΟ ΗΧΗΤΙΚΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ:

 

https://athens.indymedia.org/post/1589939/

Ενημέρωση: Απόφαση του τρομοδικείου για τις ποινές που επέβαλε στην Πόλα Ρούπα – μέλος του Ε. Α.για την επίθεση στην ΤτΕ

από Αλληλέγγυοι/Αλληλέγγυες στον Επαναστατικό Αγώνα

11/07/2018 3:24 μμ.

 

Τα σκυλιά του κράτους και των αφεντικών τους, δικαστές στο τρομοδικείο του Κορυδαλλού, επέβαλαν στην Αντάρτισσα πόλης Πόλα Ρούπα ποινή ποινή ισόβιας κάθειρξης και 25 ετών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η έδρα δεν καταδίκασε την Πόλα Ρούπα σύμφωνα μόνο με την πρόταση του εισαγγελέα, αλλά επέρριψε ποινές ακόμα και για ”φυσική αυτουργία” της Πόλας Ρούπα στην βομβιστική επίθεση του Επαναστατικού Αγώνα, κατηγορία και ποινή αντίστοιχα που ούτε ο εισαγγελέας Δράκος είχε τολμήσει να προτείνει.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ Γ΄ ΔΙΚΗΣ  ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ  ΚΑΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ Δ.Ν.Τ. ΣΤΙΣ 10/04/2014, ΟΠΟΥ ΔΙΚΑΖΕΤΑΙ Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ

Το Δικαστήριο επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και 25 ετών στην συντρόφισσα Πόλα Ρούπα, υιοθετώντας τις θέσεις του εισαγγελέα Δράκου στην αγόρευσή του. Η ποινή της ισόβιας στην οποία έχει καταδικαστεί και ο σύντροφος Μαζιώτης το 2016 για την ίδια επίθεση, δεν αφορά μόνο στην εκδίκηση και στην λύσσα του κράτους απέναντι σε δύο αμετανόητους και συνεπείς επαναστάτες, που δεν παραδόθηκαν στην φυλακή το 2013, στο τέλος της πρώτης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα, και πέρασαν στην παρανομία, για να συνεχίσουν τη δράση της οργάνωσης, αλλά αποδεικνύει σύμφωνα με την αγόρευση του εισαγγελέα Δράκου, την επικινδυνότητα της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα, ως πρόσφορης για την υπονόμευση και την κατάρρευση της οικονομίας και του καθεστώτος.

Να θυμίσουμε ότι ο εισαγγελέας Δράκος, στην αγόρευσή του, είχε δηλώσει ότι η επίθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος, θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση του κτιρίου, και ότι εάν κατέρρεε το κτίριο, θα κατέρρεε το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η οικονομία της χώρας.

            
Η ισόβια στην Ρούπα, όπως και στον Μαζιώτη επιβεβαιώνει από την πλευρά του εχθρού, δηλαδή του κράτους, την ορθότητα της στρατηγικής του Επαναστατικού Αγώνα, που θεωρούσε ότι τα μεγάλα χτυπήματα, σε νευραλγικές δομές ενός ήδη αδύναμου λόγω κρίσης συστήματος, μπορούν να επιφέρουν την κατάρρευσή του.

Aλληλέγγυοι/Αλληλέγγυες στον Επαναστατικό Αγώνα

 

 

Posted in 3Η ΔΙΚΗ Ε.Α, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Πόλα Ρούπα | Leave a comment

Κράτη και κεφάλαιο οι μόνοι τρομοκράτες – Αλληλεγγύη στους ένοπλους αντάρτες: Δίκη της Πόλας Ρούπα μέλους του Ε.Α. (υπόθεση ΤτΕ)

 

https://www.athens.indymedia.org/post/1589922/

 

από Αλληλέγγυοι/ες στον Επαναστατικό Αγώνα

10/07/2018 5:37 μμ.

 

Κράτη και κεφάλαιο οι μόνοι τρομοκράτες – Αλληλεγγύη στους ένοπλους αντάρτες: Δίκη της Πόλας Ρούπα μέλους του Ε.Α. (υπόθεση ΤτΕ)    Ή  ” Όταν η Αλληλεγγύη γίνεται μια τυπική διαδικασία”

Επαναστατικός Αγώνας  

Κράτη και κεφάλαιο οι μόνοι τρομοκράτες – Αλληλεγγύη στους ένοπλους αντάρτες: Δίκη της Πόλας Ρούπα μέλους του Ε.Α. (υπόθεση ΤτΕ)
Ή
” Όταν η Αλληλεγγύη γίνεται μια τυπική διαδικασία”

Το δικαστήριο που δικάζεται η Πόλα Ρούπα για την επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας και το γραφείο του ΔΝΤ  στις 10/4/2014 ολοκληρώνεται. Ήδη ο εισαγγελέας Δράκος στις 8 Ιουνίου έκανε την πρότασή του. Στην αυριανή συνεδρίαση  Τετάρτη  11 Ιουλίου (στις 9:οο π.μ) τελειώνει η δικαστική διαδικασία εναντίον του μέλους του Επαναστατικού Αγώνα Π.Ρούπα.
Επαναφέρουμε στην μνήμη των ”αλληλέγγυων” της συλλογικότητας που εκδίδει την εφημερίδα αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς κρατούμενους και διωκόμενους κοινωνικούς αγωνιστές ”Εντός Εκτός” , ότι ”κατά λάθος” στο ”τυπικό” ενημερωτικό κάλεσμα που συνέταξαν αγνόησαν το δριμύ και παραληρηματικό κατηγορητήριο του εισαγγελέα Δράκου εναντίον της Πόλας Ρούπα. (Ιδίως όταν αυτοί ασχολούνται επισταμένα και με τον 187Α).

Δεν θα μας απασχολούσε καθόλου το γεγονός, παρ’ όλο που η μισή αλήθεια που περιγράφεται στο κάλεσμα δεν είναι τυχαία. Έτσι κι αλλιώς συνηθίζεται από το παρελθόν ο καθένας/μία να βάζει το δικό του πλαίσιο και ανάλογα με τις πολιτικές στοχοθεσίες και συμμαχίες που προτάσσει και αυτό είναι το σοβαρότερο (και) προφανώς όχι μόνο στο ζήτημα της αλληλεγγύης, ακόμα  και αν αυτό είναι σε βάρος των αγωνιστών, συμβάλλει στην διαστρέβλωση των γεγονότων, συμβάλλει στην απαξίωση, περιθωριοποίηση και απομόνωσή
τους αφού καλλιεργεί και διαμορφώνει το έδαφος ακόμα και της φυσικής στοχοποίησής τους. Ακόμα και τώρα ”σύντροφοι/ισσες” που επεδίωξαν να γίνουν πράξη τα παραπάνω,  σε ένα ζήτημα αναμβισβήτητο αντικειμενικά, την ίδια την πρόταση του Δράκου εισαγγελέα την προσπέρασαν. Την προσπέρασαν όμως, ακριβώς γιατί δεν μπόρεσαν να αποδεχθούν το σκεπτικό που συνόδεψε την πρότασή του όχι για την καταδίκη της Πόλας Ρούπα  για ”διεύθυνση” και συγκρότηση αλλά και την ηθική αυτουργία για την φυσική αυτουργία του Ν.Μαζιώτη στην  επίθεση εναντίον της Τράπεζας της Ελλάδας καθώς και για όλες τις πράξεις που υπάρχουν στο κατηγορητήριο.
Την προσπέρασαν γιατί σε πολιτική δίκη και μάλιστα για πρώτη φορά στα δικαστικά χρονικά, ο εισαγγελέας παραδέχεται με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο πως ο Επαναστατικός Αγώνας και η δράση του ήταν αποτελεσματική και επικίνδυνη για το  καθεστώς.

Στην αγόρευσή του δήλωσε ”πως από τύχη δεν κατέρρευσε το ίδιο το κρίριο καίριας σημασίας  για  το  χρηματοπιστωτικό σύστημα και το καθεστώς στην Ελλάδα και ότι η συγκεκριμένη  ενέργεια  ήταν πρόσφορη να πλήξει και να αποσταθεροποιήσει την οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου”.

Αποδέχτηκε το κράτος δια στόματος του εισαγγελέα ότι το καθεστώς απειλήθηκε από την συγκεκριμένη ένοπλη δράση, την προσφορότητά της όχι μόνο λόγω του μεγέθους της επίθεσης, αλλά κυρίως εξ’αιτίας της κεντρικής πολιτικής σημασίας του στόχου που επλήγη.

Όλα αυτά τα χρόνια οι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα αυτό υποστηρίζουν υπερασπιζόμενοι  με όποιο κόστος τις επιλογές τους. Η πρόταση του εισαγγελέα για ισόβια κάθειρξη – κυρίως – για την ηθική αυτουργία μαζί με το υπόλοιπο κατηγορητήριο είναι δύσκολο να μην επικρατήσει και η απόφαση του δικαστηρίου να είναι διαφορετική. Όμως πολιτικά δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει το συγκεκριμένο κατηγορητήριο και την αποδοχή του ίδιου του κράτους για την προσφορότητα της συγκεκριμένης ένοπλης επαναστατικής δράσης και των αγωνιστών του Επαναστατικού Αγώνα.

Κράτη και κεφάλαιο οι μόνοι τρομοκράτες – Αλληλεγγύη στους ένοπλους αντάρτες

Αλληλέγγυοι/Αλληλέγγυες στον Επαναστατικό Αγώνα

 

Posted in 3Η ΔΙΚΗ Ε.Α, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ, Πόλα Ρούπα | Leave a comment